Βασίλειος Διγενής Ακρίτας

Το λόγιο Ακριτικό έπος ¨Βασίλειος Διγενής Ακρίτας¨είναι ένα μεγάλο επικό ποίημα, ένα έμμετρο μυθιστόρημα, που αποτελείται από 3.182 στίχους. Είναι το πιο παλιό μνημείο της λόγιας νεοελληνικής λογοτεχνίας και γράφτηκε πιθανόν στα μέσα του 11ου αιώνα. Ο ποιητής του έπους μας είναι άγνωστος.

Το πρώτο χειρόγραφο του έπους που ανακαλύφθηκε, βρέθηκε στο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά το 1868 στο κελί ενός μοναχού από τον Πόντιο ιστορικό Σάββα Ιωαννίδη, ο οποίος και το εξέδωσε με τη συνεργασία του Γάλλου Ελληνιστή Εμίλιου Λεγκράν. Το χειρόγραφο αυτό θεωρείται χαμένο.

Ο ήρωας του έργου είναι ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας. Το Βασίλειος υποδηλώνει την καταγωγή από Βασιλική γενιά, το Διγενής την καταγωγή του από δύο γένη (από μητέρα χριστιανή και πατέρα Σαρακηνό που εκχριστιανίστηκε) και το Ακρίτας την ακριτική του ιδιότητα.

Η υπόθεση του έργου ξετυλίγεται με τον ακόλουθο τρόπο:

Στη Συρία ζει ο άρχοντας Ανδρόνικος με τη γυναίκα του την Άννα και τους πέντε γιούς του, αλλά δεν έχει κόρη κι έχει μεγάλη επιθυμία να αποκτήσει. Τέλος αποχτάει μια κόρη, την Ειρήνη, για την οποία όμως οι αστρολόγοι του λένε, πως πρέπει να προσέξει μην την κλέψουν. Γι’ αυτό ο Ανδρόνικος, της φτιάχνει ένα δικό της παλάτι πολυτελέστατο και την κλείνει μέσα, με πολλές σκλάβες και δούλες.

Τα χρόνια περνούν. Η Ειρήνη γίνεται 15 χρονών. Μια μέρα βγαίνει απ’ το παλάτι της για να γνωρίσει τη χώρα, μαζί με ολόκληρη συνοδεία από σκλάβες και δούλες. Μια κακοτυχία, όμως, τη φέρνει σε αληθινή περιπέτεια. Ο Εμίρης των Σαρακηνών Μουσούρ βρίσκεται στη χώρα του Ανδρόνικου με πρόθεση να ερημώσει και να λεηλατήσει τα πάντα. Βλέπει την Ειρήνη, γοητεύεται από την ομορφιά της και την κλέβει μαζί με την ακολουθία της. Ευτυχώς η μητέρα της Ειρήνης μαθαίνει αμέσως για την αρπαγή της κόρης της και ειδοποιεί το βασιλιά και τους πέντε γιους του για το κακό που τους βρήκε. Τρέχουν αμέσως και οι πέντε αδελφοί της Ειρήνης, να βρουν το Μουσούρ και να πάρουν πίσω την αδελφή τους. Ο ένας αδελφός, ο Κωνσταντίνος νικάει σε μονομαχία τον Εμίρη που νικημένος πια, τους βεβαιώνει πως θα τους δώσει πίσω την Ειρήνη. Ψάχνουν παντού αλλά δεν τη βρίσκουν. Τέλος, ο Μουσούρ τους αποκαλύπτει πως έχει κρύψει την Ειρήνη στην τέντα του και θέλει να βαφτιστεί και να την πάρει γυναίκα του. Πράγματι έτσι έγινε, γίνεται ο γάμος κι ύστερα από ένα χρόνο γεννιέται ένα αγόρι, ο Βασίλης που έχει υπερφυσικές ιδιότητες. Μαθαίνει γράμματα σε ελάχιστο χρόνο και σε ηλικία δώδεκα χρονών είναι ένας πραγματικός ανδρειωμένος. Βγαίνει κυνήγι με τον πατέρα του και σκοτώνει λιοντάρια, αρκούδες και πολλά άγρια θηρία. Όλοι τον θαυμάζουν και ζηλεύουν τη δύναμή του.

Αργότερα, έφηβος πια, μαθαίνει για τους τρομερούς απελάτες και θέλει να τους γνωρίσει. Παρουσιάζεται μπροστά στον αρχηγό των Απελατών το Φιλόπαππου και μαθαίνει απ’ αυτόν για τη δύναμη των απελατών και τα έργα τους. Στο τέλος τους νικάει και γυρίζει στο παλάτι του πατέρα του τιμημένος και δοξασμένος. Κάποτε, ενώ πηγαίνει να κυνηγήσει, βλέπει την κόρη του Δούκα, του στρατηγού της Ρωμανίας και την ερωτεύεται. Τη ζητάει από τον πατέρα της, αλλά εκείνος αρνείται. Τότε ο Διγενής την κλέβει με τη θέλησή της από το πατρικό σπίτι. Ενώ εκείνοι απομακρύνονται, ο Δούκας με τους γιούς του και τους ανθρώπους του, τρέχει να τους προφτάσει. Ο Δούκας θαυμάζει την ανδρεία του Διγενή και δίνει τη συγκατάθεσή του για να παντρευτούν. Έτσι γυρίζουν πίσω στη Ρωμανία, γίνονται οι γάμοι με τελετές και πανηγύρια, αλλά σε λίγο ο Διγενής παίρνει τη γυναίκα του και φεύγει στις «άκρες». Εκεί ζει μια ζωή γεμάτη θριάμβους, νίκες και περιπέτειες. Δεν μένει κανείς που να μη τον κατανικήσει ο Διγενής, όπως φαίνεται από όσα διηγείται ο ίδιος στους φίλους του. Απ’ τα σπουδαιότερα κατορθώματα είναι η συνάντηση με τη βασίλισσα των Αμαζόνων Μαξιμώ που οι απελάτες την καλούν να τους βοηθήσει. Μονομαχεί δύο φορές με την Αμαζόνα και τη νικάει. Της φέρεται όμως με πολύ ευγένεια και ιπποτισμό. Της πληγώνει το χέρι κι ύστερα της δένει την πληγή μόνος του.

Τέλος, δοξασμένος σ’ ολόκληρο τον κόσμο, ο Διγενής έρχεται στου Ευφράτη τις όχθες και χτίζει ένα μεγαλοπρεπέστατο παλάτι. Μα η ευτυχία του δεν διαρκεί. Πεθαίνει ο πατέρας του Διγενή κι η μητέρα του και σε λίγο έρχεται το δικό του τέλος. Φωνάζουν τους γιατρούς, μα δεν μπορούν να κάνουν τίποτε. Ο Διγενής πεθαίνει στην αγκαλιά της γυναίκας του που πεθαίνει κι αυτή κοντά του.

 

Αποσπάσματα από το έπος

·        Ο αμιράς (=εμίρης) Μουσούρ παντρέυεται την Ειρήνη, που:

Εγέννησε τον Διγενή εκείνον τον ανδρείον όστις την κλήσιν έλαβεν ταύτην εκ των γονέων, εθνικός ήτον από πατρός εκ της φυλής του Άγαρ ρωμαίος δε από μητρός εκ γένους των Δουκάδων δια τούτο ωνομάσθηκεν Διγενής ο υιός των.

·        Ο Διγενής πρώτα σπουδάζει τα γράμματα σε τρία χρόνια:

Ούτος τοίνυν ο θαυμαστός Βασίλειος ο Ακρίτης παιδόθεν εις καθηγητήν παρά πατρός εδόθη, και τρεις όλους ενιαυτούς μαθήμασι σχολάζων τη του νοός οξύτητι πείραν έσχε γραμμάτων.

·        Συμπληρώνοντας μόλις τα δέκα χρόνια ασχολείται με το κυνήγι:

Ως πότε θέλω κυνηγάν λαγούδια και περδίκια; Αυτά των χωριατών εισί του κυνηγού περδίκια. Άρχοντες δε νεώτεροι και ευγενών παιδία λέοντας και άρκους κυνηγούν και άλλα δεινά θηρία.

·        Ο χώρος όπου ζούσε είχε πρωτοφανή πολυτέλεια. Μύριοι οι υπηρέτες και οι άνθρωποι. Όταν κοιμόταν, τον παρέστεκαν 300 άρχοντες που τον συνό­δευαν όπου πήγαινε:

Και οι τριακόσιοι έμορφοι και κόκκινα φορούσιν. Βαστούν σπαθία ολοψήφωτα και στέκουν εμπροσθέν του, τους είχε πάντα φύλακας εις τας στενάς κλεισούρας, και εφύλατταν την Ρωμανίαν από τα βάρβαρα έθνη.

·        Εκεί στις άκρες (= σύνορα) τον επισκέπτεται ο αυτοκράτορας και του προσφέρει μεγάλες τιμές για τις υπηρεσίες του:

’Εχε, φησίν, ώ τέκνον μου, όλην την Ρωμανίαν, από βορράν ούν δίελθε μέχρι μερών των πάντων, και έσο νυν τιμώμενος μετά και του λαού σου, και χαίρω πάντα τα διπλά και μετά χρυσοβούλου, τα κρατηθέντα προ καιρού κτήματα του σου πάππου, έχε ταύτα αφαίρετα υπό της εξουσίας.

·        Για τη θαυμαστή ανδρεία του Διγενή το λόγιο έπος μας λέει ότι ξεπέ­ρα­σε όλους τους παλιότερους ήρωες της αρχαιότητας:

Και τούτο μηδέν άπιστον εξ υμών λογισθήτω, μάρτυρα γε επαινετόν εις μέσον παραστήσω, και μέγεθος πανθαύμαστον ισχύν γενναιοτάτην. Και μάλλον δεύτερος Σαμψών αυτός επενοήθη. Εκείνος γαρ ηρίστευσε χερσί λέοντος σχίσας, ούτος δε πλήθος άπειρον απέκτεινεν λεόντων. Παυσάσθω γράφειν Όμηρος και μύθους Αχιλλέως, ωσαύτως και του Έκτωρος, άπερ εισί ψευδέα. Αλέξανδρος ο Μακεδών δυνατός εν φρονήσει, Θεόν τε έχον συνεργόν γέγονε κοσμοκράτωρ. Αυτός δε φρόνημα στερρόν έχων θεόν επέγνω. Επέκτητο δε μετ’αυτού ανδρείαν τε και τόλμην, Φιλόπαππου του γέροντος, κιννάμου και Ιωαννάκη ουδ’όλως έστιν άξιον τα αυτών καταλέγειν. Ούτοι γαρ εκαυχήσαντο μηδέν πεποιηκότες, τούτου δε πάντα αληθή και μεμαρτηρημένα.

·        Περιγράφεται παραστατικά και ο φανταχτερός οπλισμός της Μαξιμώς, ηρωίδας αμαζόνας, με την οποία μονομάχησε ο Διγενής Ακρίτας:

Δωρίκιον πανθαυμαστόν και κατωχυρωμένον, απάνω εις το λωρίκιον ιμάτιον εφόρει, πολύτιμον και θαυμαστόν δια λιθομαργάρων εν χειρί εφέρετο πάνυ ωραιομένον κοντάριον αραβίτικον, βένετον χρυσωμένον,

σπαθίον περί την οσφύν, αρτάχιν εις την σέλλαν, ασπίδα αργυρήν κρατών γύρωθεν χρυσωμένην, μέσον δε είχε λέοντα ολόχρυσον εκ λίθου.

·        Παραμυθένιο είναι το παλάτι του Διγενή, δείγμα της βυζαντινής αρχιτε­κτονικής με αραβικές επιδράσεις:

Ταύτα, λοιπόν, ο θαυμαστός Ακρίτης εκτελέσας και πύργον μέγαν τοις αυτοίς κτίσας ωραίον πάνυ, το ύψος δε αμήχανον, παράδοξος η κτίσις. Από γαρ γης τετράγωνος την άνω βάσιν είχεν συνηρμοσμένην τε καλώς εκ πεπρισμένων λίθων άνωθεν δε οκτάγωνος μετά λαμπρών θυρίδων. Τοσαύτα πάντα ύψωσεν, όπως καλώς οράσθαι

χθόνα Συρίαν άπασαν την προς την Βαβυλώνα, τους δε μακρόθεν βλέποντας την δόμησιν του οίκου ως από της λευκότητος δοκείν χιόνα είναι. Ο πύργος ουν κοχλοειδή έχων τον αναβάτην ένοδον έφερε πολλήν.

·        Ο Σ. Ιωαννίδης στο βιβλίο του παραθέτει και το παρακάτω απόσπασμα του χειρογράφου:

Φοβερός γαρ γενόμενος εις άπαντα τον κόσμον, των βασιλέων καύχημα, η δόξα των Ρωμαίων, ανδρείων τε ο έπαινος, ο τολμηρός Ακρίτης, φρονήσεως αγλάισμα, των αρετών το κλέος, ο παροχεύς βαθύτατος ειρήνης Ρωμανίας. Πριν γαρ αυτού του θαυμαστού Αγαρηνών το γένος εις Ρωμανίαν ήρχετο, πολλήν βλάβην εποίει.

Ο θάνατος του Διγενή του λογίου έπους

Ο ποιητής του έπους δεν μπόρεσε να φτιάξει τον ήρωά του στα μέτρα του Διγενή των ακριτικών τραγουδιών. Η γνωριμία του με ορισμένα βιβλία, ίσως η θρησκοληψία του, δεν τον βοήθησαν στη σωστή τοποθέτηση της προσωπικότητας του Διγενή. Έτσι, ενώ ο Διγενής των ακριτικών τραγουδιών είναι γεμάτος έξαρση, γνήσιος αντίλαλος μιας εποχής μεστής από περιεχόμενο, ο Διγενής του έπους ξεφτίζει με το απροσδόκητο τέλος του. Γιατί ανάμεσα στα ακριτικά τραγούδια και στο έπος του Διγενή υπάρχει μια μεγάλη διαφορά σχετικά με το τέλος του ήρωα, που αξίζει να μας απασχολήσει. Στο έπος, ο Διγενής δέχεται το θάνατο, σαν ένας κοινός άνθρωπος. Άρρωστος στο κρεβάτι, με τη γυναίκα του στο πλευρό του, αντιμετωπίζει το θάνατο με δειλία και φόβο και είναι την ώρα του τέλους, θλιβερός και αξιολύπητος. Καλεί τους γιατρούς, όπως θα ‘κανε ο κάθε άνθρωπος, κι όταν καταλαβαίνει ότι όλα έχουν τελειώσει, κλαίει κι αναστενάζει. Το φως του θαμπώνει και η δύναμή του ατονεί.

Νόσω γαρ περιπέπτωκε πολλά χαλεπωτάτη, και επί κλίνης έκειτο ωραίας χρυσοστρώτου, καλέσας δε των ιατρών πολλούς ενδοξοτάτους και πάσαν δοκιμάσαντες πείραν της επιστήμης ουκ ωφελήσαι ίσχυσαν τω Διγενή Ακρίτα. Εις δε την τρίτην την κακήν, την πολυπικραμένην ημέραν τε του ιατρού ελθόντος προς εκείνον, εκεί τον αποφάσισε ο θάνατος να έλθη, και όσα κάνει δεν μπορεί τον θάνατο να φύγη, διατί ο τροχός εσχόλασεν και το σκοινί εσώθη, ο θάνατος τον έγραψεν στον άδην να τον πάρη τους δρόμους τον απέκοψε πλέον να μην περάση, οι κάμποι τούτον κλαίουσιν και τα βουνά θρηνούσι και οι απελάτες χαίρονται τον θάνατον Ακρίτου, όπως ελευθερώνονται εκ τούδε του ανδρείου. Εκείνος αναστέναξε και έκλαιγε στην κλίνην με θρήνους και με δάκρυα πικρά φαρμακωμένα όπου ραΐσθην η καρδιά κ’εθάμπωσεν το φως του, και ατόνισεν η δύναμις εκείνη η μεγάλη, όπου ενίκα δυνατούς και ξέσχιζε λιοντάρια και άρκτους εδιέφθειρε ομού και λεοπάρδους τα πάντα όλα είχεν τα ως κονιορτόν αέρος ο δυνατός και ισχυρός Βασίλειος Ακρίτας, ο θάνατος τον πολεμά εις το παλάτι μέσα.

Ακρίτας τον εγνώρισε και ξεφωνεί και λέγει:

Ω πάντερπνε, Βασίλειε, ο θάνατός σου ήλθεν και το λοιπόν από του νυν όπλα ουδόλως έχεις. Ανδρεία που σου άπειρος, ανείκαστος η τόλμη, που δυναστεία η πολλή, που η του πλούτου δόξα; Άρτι ουδείς εις θάνατον δύναται βοηθήσαι, αι χείρες γαρ ελύθησαν, τα άθλα ου ποιούσαι, οι πόδες εδεσμεύθησαν οι τας οδούς κρατούντες ολίγον δε και η ψυχή του σώματος εκφεύγει και τάφος σε τον δυνατόν μέσα να κλείσει θέλει.

Ο μεγάλος Διγενής στους στίχους αυτούς, έχει ξεφτίσει ολότελα

 Θα ’λε­γε κανείς, πως ο ποιητής του έπους, λησμόνησε πως έγραψε τόσες χιλιά­δες στίχους, για να συνθέσει την ηρωική μορφή του Διγενή, γιατί ύστερα, πάλι, με μερικούς στίχους, την κατάστρεψε μόνος του. Αυτό όμως στέρησε το έπος από την καλύτερη στιγμή του. Κι αυτή, ήταν η πάλη του Διγενή με το Χάρο, που την ήξερε ο ποιητής του έπους, αφού εμπνεύστηκε απ’ τα’ ακριτικά τρα­γούδια και αφού τα περισσότερα, όπως παραδέχεται σήμερα η σχετική επι­στημονική έρευνα, προϋπήρχαν από το ακριτικό έπος. Ο ποιητής λαός, έφτιαξε την ιστορία του Διγενή, κομμάτι της ψυχής του, με πίστη και με συ­νέπεια. Ήθελε τον ήρωά του, το ίδιο δυνατό, το ίδιο υπεράνθρωπο στη ζωή και το θάνατο. Γιατί ο λαός δε γνωρίζει, ούτε θέλει συμβιβασμούς, και η λαϊκή φαντασία δεν μπορεί να συλλάβει την πτώση του ήρωα. Αντίθετα τον θέλει να αντιστέκεται στο Χάρο και να πολεμάει μαζί του σε μαρμαρένια ή χάλκινα αλώ­νια:

Χάρε μ’, για έλα ας παλεύουμε στο χάλκινον τ’ αλώνιν, αν εν’ και το νικάς μ’ εσύ, έπαρ’ την ψή μ’ και δέβα αν εν και το νικίεσαι, θα παίρω και τον μαύρο σ’.

 

Τα Ακριτικά Ποντιακά Τραγούδια

Τα ακριτικά τραγούδια γεννήθηκαν στη Μικρασία και ιδιαίτερα στον Πόντο και την Καππαδοκία. Είναι μαζί με μερικές παραλογές από τα παλιότερα δημιουργήματα της Δημοτικής μας Μούσας. Μπορούν να τοποθετηθούν από τον 9ο ως το 13ο αιώνα χωρίς να αποκλείεται για μερικά απ’ αυτά να δημιουργήθηκαν και νωρίτερα. Μέσα από την ηρωική σύγκρουση χριστιανών και μουσουλμάνων ξεπήδησε σιγά σιγά με τον καιρό ένας μεγάλος αριθμός παλικαριών (Διγενής, Πορφύρης, Αμάραντος, Ξάντινον, Ανδρόνικος κ.ά.) οι Τραντέλλενοι οι ανδρειωμένοι, που τα κατορθώματά τους πέρασαν γρήγορα στη σφαίρα του θρύλου και στην επική ποίηση που καθρεφτίζει με τρόπο μοναδικό το λεβέντικο ήθος της εποχής εκείνης. Η συγκίνηση που δημιουργήθηκε στη λαϊκή ψυχή από τους αγώνες των Ακριτών, γέννησε νέα δημώδη επική ποίηση, την Ακριτική, που μπορεί να μην έφθασε στην τελειότητα τα αρχαία έπη, πάντως διαπνέεται από το ίδιο ηρωικό πνεύμα και απεικονίζει άριστα τους χρόνους της σύγκρουσης των Ελ­λήνων Ακριτών με τους μουσουλμάνους. Όπως είναι γνωστό, οι βυζαντινοί συνεχίζοντας το σύστημα των Ρω­μαίων, τοποθέτησαν κι αυτοί στρατιώτες στα σύνορα, στις άκρες. Οι στρατιώτες αυτοί, οι Ακρίτες όπως ονομάστηκαν, πρόσφεραν μεγάλες υπηρε­σίες στο Βυζαντινό Κράτος. Ήταν οι γενναίοι βιγλάτορες του Βυζαντινού Ελληνισμού.

Η Ρωμανία (το Βυζάντιο) μισθοδοτούσε με μισθούς πλούσιους και τους παραχωρούσε αγρούς, τα λεγόμενα στρατοτόπια ή τόπια που καλλιεργώντας τα μπορούσαν να ζήσουν με απόλυτη οικονομική άνεση. Έτσι απερίσπαστοι από οικονομικές φροντίδες, μπορούσαν να αφιερώνουν τον εαυτό τους στο δύσκολο έργο της φρούρησης των συνόρων.

Με την παλικαριά και τα ανδραγαθήματά τους, την πλούσια ζωή και τις περιπέτειές τους, τα σκάνδαλα και τους έρωτές τους γοήτευσαν τους βυζαντινούς και άσκησαν σημαντική επίδραση στην ψυχή του βυζαντινού λαού, που δεν άργησε να εκφραστεί με πλήθος από τα τραγούδια. Ο Στίλπων Κυρια­κίδης γράφει: Είναι δε τα ακριτικά άσματα εκ των καλλίστων της δημώδους Ελληνικής ποιήσεως δια την δύναμιν της φαντασίας εν ταις περιγραφές και την τόλμην εν τη εκφράσει την οποίαν επαυξάνει το σύντομον και αλματικόν της διηγήσεως εξ ης και το όλον άσμα λαμβάνει μορφήν δραματικήν.

Εκτός από το σπουδαίο ποιητικό αίσθημα που αποπνέουν στο σύνολό τους, τα χαρακτηρίζει και μια ειδική έξαρση του εθνικού αισθήματος, η οποία δηλώνεται με επικλήσεις της Ελληνικής καταγωγής των ποντίων. Έτσι οι Ακρίτες συχνά καυχώνται ότι είναι Έλλενοι, δράκοι Έλλενοι, Τρισέλλενοι, Τραν­τέλλενοι ενώ Ελλενικά είναι επίσης τα σπαθία, τα κοντάρια, τα κάστρα κι η λαλία τους. Πολύ μεγάλη σημασία έδιναν στα μαύρα εκείνα άλογα που ήταν δυνατά και γρήγορα στο τρέξιμο. Στα Ακριτικά άσματα του Πόντου το άλογο αναφέρεται ως Μαύρος.

Γενικά οι Ακρίτες συμβολίζουν τους πόθους και τα ιδεώδη του Ελ­λη­νι­κού έθνους και οι αγώνες τους είναι η πάλη του Ελληνικού προς τον Μου­σουλ­μανικό κόσμο (Πέρσες, Άραβες, Τούρκοι).

Αλή, ντο στέκεις αντικρύ’ στ’ ελλενικόν κοντάρι; Αλή, εσύ κ’ εγνώρισες τ’ Ελλένκα, παλικάρα σ’.

Τα Ακριτικά τραγούδια του Πόντου παρουσιάζουν περισσότερη συγγέ­νεια με το λόγιο έπος Βασίλειος Διγενής Ακρίτας απ’ ό,τι τα τραγούδια άλλων ελληνικών περιοχών. Στον Πόντο υπήρχαν όχι μόνο πολλές τοποθεσίες σχετικές με τις παραδόσεις για τον Διγενή και τους Αντρειωμένους, αλλά ήσαν και πολύ συνηθισμένα τα ονόματα και επώνυμα των Ακριτών όπως: Ακρίτας – Ακριτίδης, Άραντος – Μαραντίδης, Ξάντινον – Ξαντινίδης, Ανδρό­νικος – Ανδρονικίδης κ.ά. Τοποθεσίες, βουνά, βράχια, σπουλιές έφεραν ονόματα των Ακριτών όπως:

Τ’ Ακρίτα το λιθάρ (πελώρια πέτρα), τ’ Ακρίτα τ’ αλλών (ένας λοφίσκος απ’ όπου λέγεται ότι έριξε την πέτρα για να σκοτώσει το Δράκο), τ’ Ακρίτα το κουνίν (τοποθεσία όπου κοιμόταν κατά την παράδοση ο Ακρίτας), τα ρωθώνια τ’ Ακρίτα (βραχώδες όρος με πολλές σπηλιές), τ’ Ακρίτα το καρύδ (πελώριο καρίδι), τ’ Ακρίτα το ταφίν (βράχος με σήραγγα), τ’ ακρίτας (δηλ. τα κρίνα), τ’ Ακρίτα το πεγάδ (πηγή μεγάλη), τ’ Ακρίτα το ποδάρ (αποτύπωμα σε βράχο) κ.ά.

Τα ακριτικά τραγούδια και οι ακριτικές παραδό­σεις διατηρήθηκαν στην ποντιακή λαογραφία και διασώθηκαν, στο μεγαλύτε­ρό τους μέρος, από τους Έλληνες του Πόντου.

Τραντέλλενοι

Νασάν την μάνναν που γεννά τα τράντα χρόνâ μίαν

Κι’ εφτάει υιόν τραντέλλεναν και νύφεν γαλαφόραν.

Εφτάει υιόν τραντέλλεναν, Ακρίταν ’ς σα ρα≤ία,

εβγαίν’ και πάει ’ς σον πόλεμον για την ελευθερίαν

τραντέλλενας = ο τριάντα φορές Έλληνας,

γαλαφόρα = με άφθονο γάλα

Διγενής Ακρίτας

Ο Διγενής Ακρίτας είναι ο σημαντικότερος ήρωας του ακριτικού κύκλου. Η γόνιμη λαϊκή φαντασία του έδωσε διαστάσεις υπερφυσικές. Έγινε το σύμβολο της υπεράνθρωπης ανδρείας. Δύο είναι τα χαρακτηριστικά τραγούδια που μιλούν για τον Ακρίτα. Το πρώτο αναφέρεται στην ανδρεία και τη δράση του. Ενώ οργώνει το χωράφι του πληροφορείται από το κελάηδισμα πουλιού την αρπαγή της γυναίκας του. Οργισμένος εγκαταλείπει τα βόδια και τη σπορά, απειλώντας λύκους και όρνεα για να τα κρατήσει μακριά τους. Επιστρέφει στο σπίτι του και με το καλύτερό του άλογο σπεύδει για αναζήτηση της καλής του που βρίσκεται κλεισμένη σ’ ένα κάστρο. Η παρουσία του τραντάζει ολόκληρο το κάστρο. Την ίδια στιγμή αντιμετωπίζει ηρωικά ολόκληρο εχθρικό στράτευμα. Τέλος απελευθερώνει τη γυναίκα του και επιστρέφει μαζί της στην περιοχή του.

Στο δεύτερο περιγράφεται ο θάνατος του Ακρίτα. Μετά από πολυετείς αγώνες ο ήρωας αποσύρεται χτίζοντας ένα κάστρο μέσα σε μια πεδιάδα, που τη μεταβάλλει με την παρουσία και την εργατικότητά του σε πραγματικό παράδεισο. Απ’ τα πουλιά πάλι πληροφορείται τη θλιβερή είδηση του θανάτου του. Ατάραχος τα ειρωνεύεται, ενώ αντιμετωπίζει με αδιαφορία ακόμη και την παρουσία του χάρου, στον οποίο αρνείται υποταγή, προτείνοντάς του να παλέψουν ’ς το χάλκενον τ’ αλώνιν.

Αν τον νικήσει θα του πάρει το άλογο, κι αν νικηθεί θα χάσει την ψυχή του. Ο χάρος αφού δέχτηκε να παλέψουν τελικά τον νίκησε. Ο Ακρίτας δε συμβιβάζεται με το πάθημά του. Αναζητεί τα όπλα του και με το κυνήγι, διασκεδάζοντας την τύχη του, προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή. Στη μέση του δρόμου όμως καταλαμβάνεται από πονοκέφαλο, ταράζεται η καρδιά του, τρέμουν τα γόνατά του και δεν μπορεί να προχωρήσει. Αναστενάζοντας επιστρέφει στο σπίτι του. Συνειδητοποιεί το θάνατό του, οδύρεται για τη μοίρα του και αναπολεί στη μνήμη όλα τα κατορθώματά του. Ανήσυχος στο στρωμένο με άνθη κρεβάτι πληροφορείται από τη γυναίκα του τις διαθέσεις των γειτόνων, ποιος θα πάρει το άλογο, το ρόπαλο και τη γυναίκα του. Στην απόγνωσή του σκοτώνει οργισμένος το άλογο, καίει το ρόπαλο και ασπάζεται τη γυναίκα του αφού την εναγκαλίζεται με δύναμη. Έτσι πεθαίνουν και οι δύο και θάβονται μαζί.

 

Α. Ακρίτας ελευθερώνει τη γυναίκα του.

Ακρίτας όντες έλαμνεν ’ς σην παραποταμέαν,

Επέγ’νεν κι’ έρ’τον κι’ έλαμνεν την ώραν πέντ’ αυλάκâ,

επέγνεν κι’ έρ’τον κι έσπερνεν εννέα κότâ σπόρον.

Έρθεν πουλίν κι’ εκόνεψεν ’ς ση ζυγονί την άκραν,

σκούται και καλοκάθεται ’ς ση ζυγονί την μέσεν.

-Οπίσ’, πουλίν, οπίσ’, πουλίν, μη τρως την βουκεντρέαν.

Και το πουλίν κελάηδεσεν σαν άνθρωπι’ λαλίαν.

-Ακρίτα μου, ντο κάθεσαι, ντο στέκεις και περμένεις;

το ένοικο σ’ εχάλασαν και την κάλη σ’ επαίραν,

τ’ όλον καλλίον τ’ άλογο σ’ στρών’νε και καβαλκεύν’νε

και τ’ άλλα τα καθέτερα στέκ’νε και χλιμιτίζ’νε.

Ακρίτας παραθύμωσεν, Ακρίτας εθερέθεν.

Κάρφωσεν το βουκέντριν ατ’ και έστεσεν τα βούδια ’τ’.

Όλâ τα όρνâ φοβερίζ’, τ’ όρνâ και τα ρα≤ία,

τους κλέφτες εφοβέριζεν, να μη κλέφ’νε το γίνιν

και τα πουλιά εφοβέριζεν, να μη τρώγ’νε το σπόρον.

Αφήν’ και πάει Ακρίτας ιμ’, ο κρίαρον Ακρίτας,

ευρίκ’ τα πόρτας ανοιχτά, τα παραθύρâ ακλείδâ,

πάει κι ευρήκ’ τους μαύρους ατ’, στέκ’νε και χλιμιτίζ’νε.

-Τσ’ αστράφτει ’ςσην Ανατολήν, να ’βρίεται ’ς σην Δύσιν;

’ς σον Θον έσουν, ναι μαύροι μου, τσ’ εφτάν’ και κοντοφτάνει;

Κανείς, κανείς œ ελάλεσεν, κανείς œ επελογέθεν

και το γιαγούζιν τ’ άλογον λαλεί κι’ απολογάται.

-Ασά κρυφοταΐσματα σ’ εφτάνω, κοντοφτάνω.

Απάν’ σ’ ατό ελάγγε_εν, εχπάστεν κι έ≤’ και πάει.

Βουτσοκοπά τον μαύρον ατ’, να φτάν’ και κοντοφτάνει.

Ακρίτας ιμ’ πριν να προφτάν’, η κόρ’ έρθεν κι εδέβεν.

Ουτζόπουλα επέντεσεν απάν’ ’ς σό σταυροδρόμ’ιν.

-Σον Θον έσουν, ουτζόπουλα, πουθέν χαράν εδέβεν;

-Κάθαν ώραν χαράν δâβαίν’, κάθαν ημέραν γάμος,

άμον τ’ ατώρνον τη χαράν, άλλο χαράν œ εδέβεν,

κάθαν τ®ατ®ίν μαλλίν κρατεί, κάθαν λιθάριν αίμαν.

Βουτσοκοπά τον μαύρον ατ’, να φτάν’ και κοντοφτάνει.

Ακρίτας ιμ’ œ επρόφτασεν, η κόρ’ έρθεν κι εδέβεν.

Επήγεν κι εταγιάνεψεν ’ς ση Δέβας το γεφύριν.

Εκεί κάθουνταν Έλλενοι, ατόναν φοβερίζνε.

-Δεβάστε με, ναι Έλλενοι, τη Δέβαν ας δâβαίνω,

ο μαύρον εν’ νέον πουλάρ’, χωρίς ταΐν œ μένει,

η κάλη μ’ νέον κόρασον, χωρίς εμέν œ στέκει.

(Τον θάνατόν ατ œ νουνίζ’, την κάλην ατ’ θυμάται).

Αν κρούω και σκοτώνω σας, θα λέγ’ν εμέμ φονέαν

Κι’ αν œ σκοτώνω σας εγώ, θα λέγ’νε, εφοβέθεν,

καλλίον œ σκοτώνω σας κι’ ας λέγ’νε εφοβέθεν.

Κλώ®κεται συρ’ τον μαύρον ατ’ και ’ς σο βαθύν λιμνίτ®ιν,

βουτσοκοπά τον μαύρον ατ’, να φτάν’ και κοντοφτάνει.

Επήγεν κι εταγιάνεψεν και ’ς σου Καστρί’ την πόρταν,

ο μαύρον εχλιμίτιξεν κι’ ο Κάστρον όλ’ εσείεν.

Η κόρ’ επαραγνώριξεν, είπεν: Έρθεν Ακρίτας.

-Ανοίξετέ με, ναι πορτάρ’, ανοίξτε κι’ ας εμπαίνω,

ο μαύρον νέον πουλάριν εν’, χωρίς ταΐν œ μένει,

η κόρ’ νέον κόρασον εν’, χωρίς εμέν œ στέκει.

Ένοιξαν άτον οι πορτάρ’, εμπαίν’ απέσ’ Ακρίτας.

Άλλοι σκαμνία δίγ’ ν άτον, άλλοι καυκίν απλών’νε

Και σο σκαμνίν ατ’ κάθεται και το καυκίν επαίρεν.

-Για σους, για σους Ακρίτα μου και μη πολυλογίζεις,

αδά μεγάλον στράτεμαν, εσέναν κυνηγάει.

Έσυρεν το σπαθίτ®ιν ατ’ ασ’ σο χρυσόν θεκάριν,

≤ίλιους μπροστά τ’ εσκότωσεν και μύριους από πίσω,

άλλα τρακόσιους Βάραγγους ’ς ση Δέβας το γεφύρι.

Επαίρεν την κόρ’ κι έφυεν εννέα πουρνοβράδια,

έβγαλεν ασόν κόλφον ατ’ απ’ όλα τα γεννέας.

-Για φα, κόρη, για φα, κόρη, κιοζέτεψον τα στράτας.

Ακρίτας επεκούμπιßεν, έναν ύπνον επαίρεν.

Η κόρ’ τερεί το πέραν κιαν, φουσάτον κατηβαίνει,

εντρέπεται να λέει ατον, φουσάτον κατηβαίνει.

Τα δάκρâ τ’ ς εκατήβαιναν σ’ Ακρίτα την καρδίαν.

Εγνέφιξεν κι’ Ακρίτας μου ασ’ σο γλυκήν τον ύπνον.

-Κόρη, εκείν’ που έρχουνταν, κανέναν œ εγνωρίζεις;

-Μπροστά που έρτ’ ο καβαλάρ ’τς, ομäζ’ να εν’ ο κύρη μ’

κι εκείν’ οι μαύροι αλογάν ατ’, ομäζ’ν να είν’ τα’ αδέλφâ μ’

κι’ εκείνε η γερανόφορος, ομäζ’ να εν’ η μάννα μ’.

 

Λεξιλόγιο

έλαμνεν = όργωνε,

κότια, ενικ. κότ’ = μέτρο βάρους (16 οκάδες),

ζυγονί = ζυγού (ενικ. ζυγόν’),

βουκεντρέαν = βουκεντριά (βουκέντρ’ = ράβδος με κέντρον),

καθέτερα = κατώτερα, λιγότερο άξια,

γίνιν = ινί (το μυτερόν σημείο στο αλέτρι),

ακλείδια = ακλείδωτα, ανοιγμένα,

γιαγούζιν = αυτό που έχει μαύρο στιλπνό χρώμα (νεαρό),

ελάγγεψεν = πήδησε,

ουτζόπουλα = πουλιά πετούμενα,

ατώρνον = τωρινό, σημερινό,

τσατσίν = λεπτό και ξερό κλαδί θάμνου, φρύγανον,

εταγιάνεψεν = έφτασε, κατέφτασε,

Δέβας = της Διάβασης (ονομαστή θέση γεφυριού),

ταίν = τροφή ζώου,

καυκίν = ποτήρι κεράσματος,

βάραγγους = ξένους μισθοφόρους, (φρουροί στα ανάκτορα ή σύνορα),

γεννέας =είδη, ποικιλίες,

κιοζέτεψον = κοίταξε, έλεγξε, φύλαγε,

εγνέφιξεν = ξύπνησε,

γερανόφορος = ντυμένη στα γαλάζια.

 

Μετάφραση

Α. Ακρίτας ελευθερώνει τη γυναίκα του.

Όταν Ακρίτας όργωνε στου ποταμού την άκρη,

πηγαινοερχόταν κι όργωνε την ώρα πέντε αυλάκια,

πηγαινοερχόταν κι έσπερνε με τα σακκιά το σπόρο.

-Ηρθε πουλί και στάθηκε ’κει στου ζυγού την άκρη

κι ύστερα καλοκάθεται μέσ’ στου ζυγού τη μέση.

-Φύγε πουλί, φύγε πουλί, μη σού ’ρθει το βουκέντρι.

Και το πουλί κελάηδησε μ’ ανθρώπινη φωνούλα.

-Ακρίτα μου, τι κάθεσαι κι ανέμελα τι στέκεις;

Το σπιτικό σου χάλασαν κι αρπάξαν την καλή σου,

το πιο καλό σου τ’ άλογο το κάνανε δικό τους

και τ’ άλλα τα κατώτερα θλιμμένα χλιμιντρίζουν.

Ακρίτας παραθύμωσε και θέριεψε περίσσια,

καρφώνει το βουκέντρι του και σταματά τα βόδια.

Πουλιά, βουνά και λαγκαδιές τ’ αγριοφοβερίζει,

τους κλέφτες τους φοβέριζε, να μη το γινί κλέψουν

και τα πουλιά φοβέριζε, να μη το σπόρο φάνε.

Και ξεκινά ο Ακρίτας μου και σειέται σαν κριάρι,

βρίσκει τις πόρτες ανοιχτές μα και τα παραθύρια

και τ’ άλογά του στην αυλή στέκουν και χλιμιντρίζουν.

-Ποιος στράφτει στην Ανατολή και βρίσκεται στη Δύση,

ποιος μαύρος τάχα από σας μπορεί για να προφτάσει;

και τ’ άλογα βουβάθηκαν, κανένα δε μιλάει

Κι ένα πουλάρι μοναχά λαλεί κι απολογιέται.

-Αφού με κρυφοτάϊζες, θα φτάσω, θα προφτάσω.

Ευτύς το καβαλήκεψε, σαν αστραπή πηγαίνει.

Τον μαύρο του βιτσοκοπά. Άχ! πότε να προφτάσει;

Αργά το ’μαθε Ακρίτας μου κι η κόρη πέρα χάθηκε.

Πετούμενα συνάντησε πάνω στο σταυροδρόμι.

-Πουλάκια μου να σας χαρώ, διάβηκε κάνας γάμος;

-Χαρές και γάμοι ολημερίς περνούν κι αντιπερνούνε,

μα γάμο σαν το σημερνό δεν είδαμε ποτέ μας,

οι θάμνοι γέμισαν μαλλιά κι οι πέτρες όλες αίμα.

Βιτσοκοπά το μαύρο του, να φτάσει, να προφτάσει.

Ακρίτας μου δεν πρόφτασε κι η κόρη χάθη πέρα.

Σ’ ένα γεφύρι ξακουστό φτάνει και κοντοστέκει.

Εκεί φυλάγουν Έλληνες κι αυτόν τον φοβερίζουν.

-Παρακαλώ σας, Έλληνες, αφήστε να περάσω,

πουλάρι νιό ο μαύρος μου, δεν στέκει πεινασμένο,

κοράσι νιο το ταίρι μου, δίχως εμέ δεν στέκει,

(τον θάνατό του δεν ψηφά, θυμάται την καλή του).

Αν σας σκοτώσω, Έλληνες, φονιά θε να με πούνε

κι αν δεν σκοτώσω εγώ εσάς, δειλό θε να με πούνε.

Δεν σας σκοτώνω κι ας με πούν δειλό και φοβιτσιάρη.

Αλλάζει δρομολόγιο, λιμνούλα προσπερνώντας,

βιτσοκοπά το μαύρο του, να φτάσει, να προφτάσει.

Και να φτάνει και στέκεται στου Κάστρου μπρος την πόρτα

και χλιμιντρίζει τ’ άλογο και σειέται όλο το Κάστρο.

Η κόρη καλογνώρισε κι είπε: Ακρίτας ήρθε

-Ανοίξτε μου πορτάρηδες, ανοίξτε να μπω μέσα,

πουλάρι νιό ο μαύρος μου, δεν στέκει πεινασμένο,

κοράσι νιό το ταίρι μου, δίχως εμέ δεν στέκει.

Ανοίγουν οι πορτάρηδες κι Ακρίτας μπαίνει μέσα,

άλλοι σκαμνιά του βάζουνε κι άλλοι κέρασμα δίνουν

κι Ακρίτας καλοκάθεται, το κέρασμά τους παίρνει.

-Για σώπα, σώπα, Ακρίτα μου και μη πολυκαυχιέσαι,

εδώ μεγάλο στράτευμα, εσένα κυνηγάει.

Τραβάει κείνος το σπαθί απ’ το χρυσό θηκάρι,

εμπρός του χίλιους σκότωσε και μύριους από πίσω

κι άλλους τριακόσιους Βάραγγους στο ξακουστό γιοφύρι.

Την κόρη πήρε κι έφυγε μερόνυχτα εννέα

κι όλα του κόσμου τα καλά τα βγάζει από τον κόρφο.

-Φάε γυναίκα μου γλυκιά και φύλαγε τους δρόμους.

Ακρίτας παρανύσταξε κι ολόγλυκα κοιμήθη.

-Κι η κόρη βλέπει πέρα ’κει, φουσάτο κατεβαίνει

κι η δόλια, πώς να του το πει, φουσάτο κατεβαίνει;

τα δάκρυά της τρέχανε στ’ Ακρίτα της το στήθος.

Και ξύπνησε Ακρίτας μου απ’ τον γλυκό τον ύπνο.

-Καλή μου, απ’ το φουσάτο εκεί, κανένα δεν γνωρίζεις;

-Μοιάζει με τον πατέρα μου μπροστά ο καβαλάρης,

θαρρείς κι είναι τ’ αδέλφια μου οι αλογάδες πίσω

και παραδίπλα η μάνα μου, ντυμένη στα γαλάζια.

 

Β. Ο θάνατος του Διγενή Ακρίτα.

Ακρίτες κάστρον έχτιζεν τριγύρω στα ρα≤ία.

Απάν’ του κόσμου τα φυτά εκεί φερ’ και φυτεύει,

απάν’ του κόσμου τα πουλιά, εκεί παγ’νε, φωλεύν’ νε.

Ατά κηλάϊδναν κι έλεγαν, πάντα θα ζη ο Ακρίτας.

Κι έναν πουρνόν πουρνίτσικον και Κερεκήν ημέραν,

ατά κηλάϊδναν κι’ έλεγαν: Αύρô αποθάν’ Ακρίτας.

Αφήστεν τα πουλόπα μου, ας κηλαϊδούν κι’ ας ≤αίρουν,

ατά μικρά πουλόπα είν’ œ εξέρ’ νε να κηλαϊδούν’νε.

Όταν τερεί το πέραν κιαν, ο Χάρον κατηβαίνει.

Που πας, που πας, ναι Χάρε μου, και πας συχαρεμένα;

Έρθα να παίρω την ψυχή σ’, και πάγω χαρεμένα

Χάρε μ’, για έλα ας παλεύουμε στο χάλκινον τ’ αλώνιν.

αν εν και το νικάς μ’ εσύ, έπαρ’ την ψήν μ’ και δέβα.

Αν εν’ και το νικίεσαι, θα παίρω και τον μαύρο σ’.

Εξέβαν και επάλαιψαν, ενίκεσεν ο Χάρον,

Φέρτε με την φιλίντραν μουν, φέρτε με τα σιλάχι μ’,

φέρτε με το τοπούζιν μουν, ντο εν εξήντα οκάδες,

και τ’ άλλο το τοπούζιν μουν, ντο εν εξηνταπέντε.

Φέρ’ ν ατον το τοπούζιν ατ’, ντο εν’ εξήντα οκάδες

και τ’ άλλο το τοπούζιν ατ’, ντο εν’ εξηνταπέντε.

Αχπά®κεται ο Ακρίτες μου να πάει να κυνηγεύει.

’Σ σό μεσοστράτ’ œ επρόφτασεν, ’ς σό μεσοστράτ’ œ επή(γ)εν,

επόνεσεν η κεφαλιά τ’, ταράζ’ν η καρδία ’τ’

και συντρομάζ’ν τα γόνατα ’τ’ και œ επορεί να πάγει.

Ακρίτες οπίσ’ κλώ®κεται και πικραναστενάζει:

Ναϊλλοί εμέν τον άκλερον, εγώ πώς θ’ αποθάνω.

Ας ≤αίρουνταν’νε τα ρα≤ä, ας ≤αίρουν τα θερία.

Ας έστεκα ψηλά ρα≤â, ψηλά παρχαρομύτâ

να ’ποινα τα’ όρâ κι’ έκλαιγαν, τα ορμάνâ εμοιρολόγ’ναν.

Δέβα, καλίτσα μ’, στρώσον με θανατικόν κρεβάτιν.

Θέκον και στο κεφάλ’ν εμουν παραχαρί τ®ιτ®άκâ.

Δâβαίν’ η κάλια ’τ’ στρών’ ατον

Του®έκâ και γεργάνâ και θέκ’ και ’ς σο κεφάλ’ν ατ’

παραχαρί’ τ®ιτ®άκâ.

Καλή, αδά ντο έστρωσες αχάντâ και τριβόλâ

Ακούς, ακούς, Ακρίτα μου, ντο λέγ’ νε οι γειτονάδες;

Γιάννες λέει, παίρω τ’ άλογον και Γιώρις το τοπούζ’ν ατ’

Κι’ ο γέρον ο σαπόγερον λέγει, παίρω την κάλ’ν ατ’.

Γιάννες œ πρέπει τ’ άλογο μ’ και Γιώρις το τοπούζι μ’.

Τον γέρον τον σαπόγερον œ πρέπ’ τ’ εμόν η κάλη.

Και το τοπούζ’ν ατ’ έκαψεν και τ’ άλογον σκοτώνει.

Κόρ’, έλα α φτάμε ασπασμόν και τα αποχωρησίας.

Κλίσκεται κα’ να προ®κυνά τ’ Ακρίτα την καρδίαν.

Ατός την κόρην έγλυσεν την θαμαστήν την κόρην.

Οι δυ’ς μίαν επέθαναν οι δυ’ς μίαν έθαφταν.

 

Μετάφραση  Απόδοση

Ο θάνατος του Διγενή

Ακρίτας κάστρον έχτιζεν ολό(γ)υρα στις ράχες,

όλα τον κόσμον τα φυτά κει φέρνει και φυτεύει,

όλα του κόσμου τα πουλιά κει πάνε και φωλιάζουν.

Και κελαηδούσαν κι έλεγαν πάντα θα ζει ο Ακρίτας.

Μα την αυγή μιας Κυριακής αλλάξανε τραγούδι

και τραγουδούσαν θλιβερά:  Αύριο πεθαίνει Ακρίτας

Τ’ ακούει κι η γυναίκα του και βαριαναστενάζει.

-Ακούς, ακούς, Ακρίτα μου; Τι λένε τα πουλάκια;

Τ’ ακούει κι ο Ακρίτας μου, χαμογελά και λέει:

Αφήστε τα πουλάκια μου, ας κελαηδούν κι ας χαίρουν,

μικρά πουλάκια είν’ αυτά, να κελαηδούν δεν ξέρουν.

Όντας θωρεί τ’ αντίπερα ο χάρος κατεβαίνει.

-Πού πας, πού πας, ε χάρε μου, πού πας χαρά γεμάτος;

-Ήρθα για την ψυχή σου γω και πάω χαρά γεμάτος.

-Εμέν’ Ακρίτα κράζουνε, κι ανίκητον Ακρίτα.

-Για σώπα, σώπα Ακρίτα μου και μη πολυκαυχιέσαι,

αυτός σ’ εσέ που μ’ έστειλε πιο παλικάρι είναι.

-Χάρε, έλα να παλαίψουμε στο χάλκινο τ’ αλώνι,

κι αν είν’ να με νικήσεις εσύ, παρ’ την ψυχή μου και φύγε

κι αν είν’ να νικηθείς εσύ, τον μαύρο σου θα πάρω.

Εβγήκανε και πάλαιψαν κι ενίκησεν ο Χάρος.

-Αλλοί σε με, με νίκησε ο Χάρος

Φέρτε μου το όπλο μου, φέρτε μου τα σελάχια

φέρτε μου το ρόπαλο, που είναι εξήντα οκάδες

και τ’ άλλο μου το ρόπαλο, που είναι εξήντα πέντε.

Και ξεκινάει ο Ακρίτας να πάει στο κυνήγι.

Στο δρόμο καθώς πήγαινε αισθάνθηκε πονοκεφάλους

Ταράχθηκε η καρδούλα και τρέμαν’ τα γόνατά του

και δεν μπορούσε πια αυτός εμπρός να προχωρήσει.

Ακρίτας πίσω γύρισε και πικραναστενάζει:

Αλλοί σε με τον άκληρο, θε να πεθάνω ο δόλιος.

Ας χαίρονται τα βουνά, ας χαίρονται τα θερία.

Ας έστεκα ψηλά βουνά, ψηλές βουνοκορφούλες

να κλαίτε για μένα και να μοιρολογάτε.

Και συ καλή μου πήγαινε, στρώσε θανατικό κρεβάτι

βάλε στο προσκεφάλι μου της εξοχής λουλούδια.

Στρώματα και παπλώματα του στρώνει η καλή του

και βάζει στο κεφάλι του εξοχής λουλούδια.

-Καλή μου, γιατί μου  ‘στρωσες αγκάθια και τριβόλια;

-Ακούς, ακούς Ακρίτα μου τι λένε οι γειτόνοι;

-Ο Γιάννης θα πάρει τ’ άλογο κι ο Γιώργος το ρόπαλό του

κι ο γέρος, ο σιχαμένος θα πάρει την καλή του.

-Δεν πρέπει ο Γιάννης τ’ άλογο και ο Γιώργος το ρόπαλό μου

κι ο γέρος ο σαπόγερος την καλή μου να πάρει.

Το ρόπαλό του έκαψε, σκοτώνει τ’ άλογό του

-Κόρη, έλα να φιληθούμε πριν αποχωριστούμε.

Γέρνει κάτω και προσκυνά τ’ Ακρίτα την καρδιά.

Αυτός την κόρη έλυωσε, τη θαυμαστή την κόρη.

Οι δυο τους μεμιάς πέθαναν, οι δυο τους μαζί θαφτήκαν.

 

Ο Αιχμάλωτον

Το τραγούδι είναι ποντιακή παραλλαγή του γνωστού ακριτικού τρα­γουδιού των γιων του Ανδρόνικου, πιο γνήσιο από τις άλλες και πιο κοντά στο αρχέτυπο τραγούδι, όπως σημειώνει ο Ν. Πολίτης. Η υπόθεσή του έχει ως εξής: Ο γιος του Ανδρόνικου, γεννημένος σε αιχμαλωσία και αναθρεμμένος από το Σαρακηνό Εμίρ Αλή που αιχμαλώτισε την έγκυο μητέρα του, έφυγε, όταν ενηλικιώθηκε, για να επισκεφτεί τις ελληνικές χώρες (τη Ρωμανίαν), με την ελπίδα να βρει τον πατέρα του. Καθ’ οδόν συναντά τον πατέρα του και τον αδελφό του, με τον οποίον μονομαχεί. Όταν κοντεύει να τον νικήσει, ανα­γνω­ρίζεται από τον πατέρα του, ο οποίος, από τη χαρά του που βρήκε το δεύτερο γιο του, κάνει ευχή να συναντήσουν εχθρικό στράτευμα, για να φανεί η ανδρεί­α τους. Πράγματι, νικούν το στράτευμα που το διοικεί μάλιστα ο ίδιος ο Εμίρ Αλής, τον οποίο από ευγνωμοσύνη σώζει ο αιχμάλωτος γιος του Ανδρόνικου. Η μονομαχία μεταξύ αδελφών που δε γνωρίζονται είναι συχνή στα ακρι­τικά δημοτικά τραγούδια.

 

Οι Τούρκ’ όνταν εκούρσευαν την Πόλ’, τη Ρωμανίαν,

Επάτναν’νε τα εγκλησιάς κι επαίρναν τα εικόνας,

Επαίρναν τα χρυσά σταυρούς, αργύρα μαστραπάδες,

Επήραν και τη μάνα μου, σ’ εμέν έμποδος έτον.

Επήγεν και ν-εποίκε μεν σ’ Εμίρ Αλή τα σκάλας.

Εμέν ατός πε®λέεβεν με το μέλ’, με το γάλαν,

με το μέλιν, με το γάλαν και με τη αρνί το κρέας.

Στα φανερά ταντάνιζεν, στα κρύφα διαρμηνεύει:

Υιέ μ’, αν ζεις και γίνεσαι, στη Ρωμανίαν φύγον.

Εκεί ’χες κύρ’ Ανδρόνικον και αδελφόν Ξαντίνον.

Εγέντον ο αιχμάλωτον, εγέντον κι ερματώθεν.

Επαίρεν τ’ ελαφρόν σπαθίν κι ελλενικόν κοντάριν.

Τοιμά®κεται ο αιχμάλωτον και ’ς ση Δενής την στράταν.

Αστρίτσια μ’ χαμηλώσετεν, φεγγάρι μ’ κάθα έλα,

για δείξετέ με τη στρατήν ντο πάει ση Ρωμανίαν.

Οι άστροι εχαμέλεναν, οι φέγγοι κάθα έρθαν,

εδείξαν ατόν τη στρατήν ντο πάει ση Ρωμανίαν.

Ασό επαρακούρσεψεν, τα γαίματα λουσμένος,

κύρην κι υιόν επέντεσεν απάν’ σο σταυροδρόμιν.

Ο κύρης εκοιμήθηκεν, ο γιόκας εν’ σα ξύπνα.

Διδαβαίν’ καλημερίζ’ ατον καλημερίαν œ επαίρεν.

Έσυραν τα σπαθία τουν, œ κρούγ’νε τ’ έναν τ’ άλλον·

τσακώθαν τα σπαθία τουν, να κρούγνε τ’ έναν τ’ άλλον.

Έρχουνται κι ανταμούνταν’νε και κρούγ’νε μουστουνίας

Ασή μουστί’ το χτύπεμαν εγνέφιξεν ο κύρ’ς ατ’.

Υιέ μ’, κανείς œ εντώκε σεν, εσέν κανείς œ κρούγει,

κατά π’ ελέπ’ ν τ’ ομμάτâ μου, ατός έει σε και πάγει.

Για στα κι’ ας ορωτούμ’ ατόν τα γονικά τ’ απόθεν.

-Σον θιο σ’, σον θιο σ’, αιχμάλωτε, τα γονικά σ’ απόθεν;

-÷ εξέρς, όνταν εκούρσευαν την Πόλ’, τη Ρωμανίαν,

Επάτναν’νε τα εγκλησιάς κι επαίρναν τα εικόνας,

Παίρναν’νε χρυσά σταυρά κι αργύρα μαστραπάδες,

κούρσεψαν τον Αντρόνικον κι επαίρναν’νε τη μάννα μ’,

επαίραν ατεν κι έφυγαν σ’ Εμίρ Αλή τα σκάλας.

Παιδίν έμ’νε κι εγέρασα, ζευγάρ’ γεράκια œ είχα

Κι’ ατώρα ας τ’ εγέρασα,

ζευγάρ’ γεράκια χτέθα.

Ασή χαράν ατ’ το πολλά κατήβαν’νε τα δäκρâ ’τ’,

κατήβανε τα δäκρâ του Καλομηνάν χαλάτσια.

Κλώ®κεται ’ς σην Ανατολήν, κάμνει τρία μετάνοιας.

Χριστέ μ’, αν εκατέβαινεν το πάρεγκα φουσάτον,

μουδέ πολλά, μουδέ λίγον, εννέα χιλιάδες,

να παίρ’να τα γεράκια μου, εγώ εκείνα ντούνα.

Το λόγος ατ’ œ επλέρωσεν, το λόγον ατ’ œ εξείπεν,

όνταν τερεί το πάρεγκα, φουσάτον κατιβαίνει,

μουδέ πολλά, μουδέ λίγον, εννέα χιλιάδες.

Επήρεν τα γεράκια του, εκείντς εκεί εντώκεν.

Εκεί που κρούει ο Ξάντινον, το γαίμαν να πλαντάζει,

Εκεί που κρούει ο αιχμάλωτον, το γαίμαν ως τη γούλαν.

Οπίσ’, οπίσ’ Εμίρ Αλή, οπίσ’ κι εσέν μη κρούγω.

Τ’ ομμάτâ μ’ εθαμπούρωσαν και το σπαθί μ’ ε≤’ άφ’ναν.

Αν κρούγω και σκοτώνω σε, θα λέγετ’ εν’ φονέας·

œ κρούγω, œ σκοτώνω σε, θα λέγ’νε εφοβέθεν.

Καλλίον œ σκοτώσω σε, κι’ ας λέγ’νε εφοβέθεν.

Κι’ Εμίρ’ Αλής ο ζαβαλής, βαρέα εντροπιασμένος,

μενεί και φέρ’νε ’ς σον παρόν τ’ Αντρόνικου την κάλην,

τη μάνναν την ≤ιλäκλερον, τ®ακοφτερουλιγμέντ®α.

 

Λεξιλόγιο

Επάτναν’νε = πατούσαν.

μαστραπάδες = ασημένια ποτήρια.

έμποδος = έγκυος.

πε®λέεβεν = έτρεφε.

ταντανίζω = κάνω το μωρό να χοροπηδά στα γόνατά μου.

γίνεσαι = μεγαλώσεις.

δενής = θάλασσα.

κάθα = κάτω.

ντο = (τι: ντο λες: τι λες), Εδώ = που.

επέντεσε = συνάντησε.

εν = είναι.

œ (ουκί) = δεν.

μουστουνίας = γροθιές.

εγνέφιξεν = ξύπνησε.

έει σε και πάγει (=σε έχει και πάει, δηλαδή σε πήρε αποκάτω).

στα = στάσου, σταμάτα.

χτέθα = απόκτησα.

πάρεγκα = αντίκρυ.

ντούνα = χτυπούσα, νικούσα (εντώκεν: εχτύπησε) .

 

Μετάφραση  Απόδοση

Ο αιχμάλωτον.

Οι Τούρκοι όταν κούρσευαν την Πόλη, τη Ρωμανία (Βυζάντιο), πατού­σανε τις εκκλησιές και παίρναν τις εικόνες. Παίρνανε τους χρυσούς σταυρούς και τα’ αργυρά ποτήρια. Πήρανε και τη μάνα μου που ήταν σε μένα έγκυα. Επήγε (η μάνα μου) και με γέννησε στου Εμίρ Αλή τα σπίτια. (Αυτός) εμένα μ’ έτρεφε με μέλι και με γάλα και με τ’ αρνιού το κρέας. (Η μάνα μου όμως) στα φανερά με χόρευε, αλλά στα κρυφά με ορμήνευε: Γιέ μου, αν ζήσεις και με­γαλώσεις, φύγε στη Ρωμανία. Εκεί έχεις πατέρα Ανδρόνικο και αδελφό Ξαν­τίνο (Κωνσταντίνο).

Μεγάλωσε ο αιχμάλωτος, μεγάλωσε κι αρματώθηκε. Πή­ρε το ελαφρό σπαθί και το βαρύ κοντάρι. Ετοιμάζεται ο αιχμάλωτος και παίρ­νει το δρόμο της Δενής (Αδάνων;) (Παρακαλεί: Αστράκια μου, χαμηλώστε, φεγγάρι μου έλα κάτω, και δείξτε μου τη στράτα μου που πάει στη Ρωμανία. Τα αστράκια χαμηλώσανε, το φεγγάρι ήρθε κάτω (και) του ’δειξαν το δρόμο που πάει στη Ρωμανία. Αφού επαρακούρσεψε (μετά από πολλή λεηλασία), στα αίματα λουσμένος, συνάντησε πατέρα και γιο πάνω στο σταυροδρόμι. Ο πατέρας είχε κοιμηθεί, ο γιος ήταν ξύπνιος. Διαβαίνει (ο αιχμάλωτος), τον κα­λημερίζει, αλλά καλημέρα δεν παίρνει. Έσυραν τα σπαθιά τους, για να χτυ­πή­σουν ο ένας τον άλλο. Έσπασαν τα σπαθιά τους, και δεν χτυπάνε (πια) ο ένας τον άλλο.

Τράβηξαν τα κοντάρια τους, για να χτυπήσουν ο ένας τον άλλο. Έσπασαν τα κοντάρια τους (και) δεν χτυπάνε (πια) ο ένας τον άλλον. (Τότε) πλησιάζουν, συναντιούνται και βαράνε γροθιές. Από το χτύπημα των γροθιών, ξύπνησε ο πατέρας. Γιε μου, κανείς (ως τώρα) δε σε χτύπησε (σε νίκησε), κανείς δε σε χτυπάει. (Αλλά) κατά πώς βλέπουν τα μάτια μου, αυτός σ’ έχει (κρατάει, νι­κά­ει) και σε πάει (σε έχει του χεριού του, σε κουβαλάει όπου θέλει). Για στάσου να τον ρωτήσουμε, από πού είναι οι γονείς του. Για το θεό σου, αιχμάλωτε, τα γονικά σου από πού είναι; Δεν ξέρεις; (Να), όταν κούρσευαν την Πόλη, τη Ρωμανία, πατούσανε τις εκκλησιές και κλέβαν τις εικόνες, (τότε) κούρσεψαν και τον Ανδρόνικο και πήρανε και τη μάνα μου, (τη γυναίκα του Ανδρόνικου). Την πήρανε και φύ­γανε στου Εμίρ Αλή τις σκάλες (σπίτια). Ήμουν παιδί και γέρασα (και) δεν είχα ζευγάρι γεράκια (συγγενείς διπλούς, όπως τώρα δα), και τώρα που εγέρασα, απόχτησα ένα ζευγάρι γεράκια. (Έγινε δηλαδή η αναγνώριση γιου, αδελφού και πατέρα).

Απ’ τη χαρά του την πολλή, του κύλησαν τα δάκρυα (στα μάτια), κατέ­βηκαν τα δάκρυα του (σαν) του Μαγιού χαλάζι. Γυρίζει στην Ανατολή και κάνει τρεις μετάνοιες: Χριστέ μου, αν εκατέβαινε το πέρα κει φουσάτο (στράτευμα), ούτε πολύ ούτε λιγοστό, κάπου εννιά χιλιάδες (άνδρες), για να (μου) πάρουν τα γεράκια μου, εγώ θα τις χτυπούσα.

Το λόγο του δεν τέλειωσε, το λόγο του δεν απόειπε, κι όταν κοιτάζει κατά κει πέρα, (βλέπει ότι) φουσάτο κατεβαίνει. Μήτε πολύ μήτε λίγο, εννέα χιλιάδες. Πήρε τα γεράκια του (και) κείνους εκεί πέρα (τους εννιά χιλιάδες), τους χτύπησε. Και κει που χτυπάει ο Ξαντίνος, το αίμα πλημμυρίζει, ενώ εκεί που χτυπάει ο αιχμάλωτος, το αίμα φτάνει ως το λαιμό:

Πίσω, πίσω, Εμίρ Αλή, πίσω (για να) μη σε χτυπήσω κι εσένα. Τα μάτια μου θολώσανε και το σπαθί μου έχει φλόγα (άναψε). (Γιατί) αν σε χτυπήσω και σε σκοτώσω, θα πουν (για μένα) πως είναι φονιάς. Αν (όμως) δε σε χτυπήσω και δε σε σκοτώσω, θα πούνε (για μένα) πως φοβήθηκε. (Αλλά) καλύτερα να μη σε σκοτώσω, κι ας πούνε (για μένα) πως φοβήθηκε.

Η γυναίκα του Μονόγιαννε.

Το περιεχόμενο του τραγουδιού που είναι ένας τραγικός μύθος έχει ως εξής: Ο Γιάννης, το νιόπαντρο παλικάρι, πηγαίνει στη βρύση του δράκου να φέρει νερό στην άρρωστη γυναίκα του. Συναντάει εκεί το δράκο, που θέλει να τον κατασπαράξει. Το θεριό επιτρέπει στο παλικάρι να ξαναδεί τους σπιτικούς του, με τον όρο να ξαναγυρίσει. Αλλά στην επιστροφή έρχεται στη βρύση και η γυναίκα του Μονόγιαννε. Αντικρίζεται με το θεριό και το κατατρομάζει. Το από­τέλεσμα είναι η υποχώρηση του θεριού, που ενσαρκώνει το κακό στοι­χείο, μπροστά σε μια γυναίκα. Επιπλέον ο νικημένος δράκος ικετεύει τη νι­κήτρια να τον δεχτεί στο δικό της περιβάλλον, να συγγενέψει με την οικογένειά της: Και να ’σαι συ η νύφη μου κι ο Γιάννες αδελφός μου.

Δυο είναι τα χαρακτηριστικά του τραγουδιού: Πρώτο ότι ο φορέας του κακού δεν αφανίζεται αλλά εκπολιτίζεται, δεύτερο ότι η Ελληνίδα του Πόντου στέκεται στις δύσκολες ώρες δίπλα στον άντρα της και τον υπερασπίζει.

Το μήνυμα από το ποντιακό αυτό τραγούδι είναι σαφές: Μέσα από τα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας του Πόντου, με τους αυστηρούς κανόνες και αρχές του ανδροκρατικού πατριαρχικού συστήματος, πρόβαλε πάντα η ευγε­νική μορφή της γυναίκας συζύγου, που εξουδετέρωνε την ανδρική αντίληψη για τη θέση της.

 

Η γυναίκα του Μονόγιαννε.

Διψούν τα’ ελάφâ ’ς σα βουνά, τα ζαρκάδâ ’ς σα όρâ,

Διψά κι η διπλοθάλαμος, διψά τη Γιάννε η κάλη.

! πεθερά, έ! πεθερά, χουλιάρ’ νερόν, εκάγα:

-Την πεθερά σ’ μη λες ατο, πε ατο και τον Γιάννεν.

-Ε… Γιάννε μ’ και Μονόγιαννε μ’, χουλιάρ’ νερόν, εκάγα:

Κι’ ο Γιάννες, ο Μονόγιαννες, ο μαναχόν ο Γιάννες,

Ο Γιάννες επεπίρνιξεν και ’ς σο πεγάδ’ επήεν,

Γαργάριξεν η μαστραπά κι’ εγνέφιξεν ο δράκον

Κι εξέβεν δράκος άγγελος και θέλ’ να τρώει τον Γιάννεν.

-Καλώς, καλώς το πρόγεμα μ’, καλώς το δειλινάρι μ’,

καλώς ντο τρώγω και δειπνώ και κείμαι και κοιμούμαι.

-Παρακαλώ σε, δράκε μου, άφ’ σε με καν πέντε ημέρας,

πάω, ελέπω τον κύρη μου, έρχουμαι κι εσύ φά με.

-Αρ άμε, άμε, Γιάννε μου, άμε κι αγλήγορα έλα.

’Πήγεν ο Γιάννες κι έργεψεν, ο δράκον εθερέθεν,

όντες τερεί το πέραν κιαν, ο Γιάννες κατηβαίνει.

-Καλώς, καλώς το πρόγεμα μ’, καλώς το δειλινάρι μ’,

καλώς ντο τρώγω και δειπνώ και κείμαι και κοιμούμαι.

-Αφ’ σε με, δράκε, άφ’ σε με, άφ’ σε με, ναι θερίον,

πάω ελέπω τη μάνα μου, έρχουμαι κι εσύ φά με.

-Αρ άμε, άμε, Γιάννε μου, άμε κι αλήγορα έλα.

Πήγεν ο Γιάννες κι έργεψεν κι ο δράκον εθερέθεν,

Όντες τερεί το πέραν κιάν, ο Γιάννες κατηβαίνει.

-Καλώς, καλώς το πρόγεμα μ’, καλώς το δειλινάρι μ’,

Καλώς ντο τρώγω και δειπνώ και κείμαι και κοιμούμαι.

-Παρακαλώ σε, δράκε μου, Θεού παρακαλίας,

ας πάω ελέπω τ’ ορφανά, διατάχκουμαι την κάλη μ’.

-Αρ άμε, άμε Γιάννε μου, άμε κι αλήγορα έλα.

Ο Γιάννες μόνον έργεψεν, ο δράκον εθερέθεν,

Όντες τερεί το πέραν κιάν, ο Γιάννες κατηβαίνει.

Είχεν τα χέρια τ’ πίσταυρα, την γούλαν κρεμαμένον,

Κι άλλ’ από ‘πισ’ ο κύρης ατ, χτουπίζ’ τα γένια τ’ κι’ έρται

Κι άλλ’ από ’πίσ’ η μάνα του, φτουλίεται η μάρσα

Κι άλλ’ από ’πισ’ τα ορφανά τ’, τη γούλαν ζαρωμένον

Κι απ’ έμπρ’ πάει η κάλη ατ’, χρυσοκαβαλαρέα,

Κατακαρδών’ τον Γιάννεν ατ’ς και φοβερίζ’ τον δράκον.

-Καλώς, καλώς τον Γιάννε μου, το πρωινό το διάρι μ’.

-Καλώς, καλώς το δράκο μου, τ’ ολημερνόν το διάρι μ’.

-Καλώς, καλώς το πρόγεμα μ’, καλώς το δειλινάρι μ’,

καλώς ντο τρώγω και δειπνώ και κείμαι και κοιμούμαι.

-Σπαθίν να έν’ το πρόγεμα σ’, κοντάρ’ το δειλινάρι σ’,

φαρμάκ’ να τρως και να δειπνάς και κείσαι και κοιμάσαι.

-Κόρ’, απ’ εμέν œ εντρέπεσαι; Απ’ εμέν œ φοάσαι;

-Απ’ εσέν ξάι’ œ εντρέπουμαι, απ’ εσέν’ œ φοούμαι

-Σον Θο σ’, σον Θο σ’, ναι κόρασον, τα γονικά σ’ απ’ όθεν

Ο κύρη μ’ απ’ τους ουρανούς, η μάνα μ’ απ’ τα νέφâ,

Τ’ αδέλφâ μ’ στράφ’νε και βροντούν κι’ εγώ γριλεύω δράκους

Σου πεθερού μου το τζακόν’ σεράντα δράκων δέρμαν,

Έναν θα παίρω και τ’ εσόν, γίνταν σεράντα έναν.

Και ση μωρί μ’ και το κουνίν σεράντα δρακοδόντια,

Κρούω και παίρω και τ’ εσόν, γίνταν σεράντα έναν

-Καθώς και λες, ναι κόρασον, άμε κι απ’ όθεν έρθες,

ας εν ο Γιάννες χάρισμα σ’, έπαρ’ τον κι άμε, δέβα.

Ας εν ο Γιάννες αδελφό μ’ κι’ η κάλη ατ η νύφε μ’,

Του Γιάννε τα μικρότερα ας είν’ γυναικαδέλφâ μ’.

 

Λεξιλόγιο:

διπλοθάλαμος =  έγκυος που είναι στις μέρες της.

χουλιάρ’ = κουτάλι.

μονόγιαννες = μονογενής, μοναχογιός.

επεπίρνιξεν = έφυγε βιαστικά.

πεγάδ’ = βρύση.

γαργάριξεν = έκανε κρότο (με τον μαστραπά)

μαστραπά = χάλκινο νεροπότηρο.

εγνέφιξεν = ξύπνησε.

δειλινάρι = γεύμα την ώρα του δειλινού.

εθερέθεν = εξαγριώθηκε.

διατάχκουμαι = ορίζω, προστάζω, καθοδηγώ.

πίσταυρα = σταυρωμένα.

γούλα = λαιμός.

χτουπίζ’ = μαδά βίαια, ξεριζώνει.

φτουλίεται = μαλλιοτραβιέται.

διάρι = γεύμα, κολατσιό,

κατακαρδών’ = ενθαρρύνει, δίνει θάρρος.

γριλεύω = κατασπαράζω, αφανίζω, καταστρέφω, συντρίβω.

τζακόν’ =αυλή, σπιτικό.

 

Μετάφραση Απόδοση

Η γυναίκα του Γιάννη, του μοναχογιού.

Διψούν τα ελάφια στα βουνά, διψούν και τα ζαρκάδια,

διψάει κι η ετοιμόγεννη, του Γιάννη η γυναίκα.

-Ε… πεθερά, λίγο νερό και φλέγεται η ψυχή μου!

-Στην πεθερά σου μην το λες. Στο Γιάννη πες το νύφη.

-Αχ Γιάννη μου, λίγο νερό και φλέγεται η ψυχή μου!

Κι ο Γιάννης ο μοναχογιός έρημος μές στη νύχτα,

φεύγει γοργά απ’ το σπίτι του και για νερό πηγαίνει

και χτύπησε τον μαστραπά και ξύπνησεν ο δράκος

και βγαίνει δράκος άγγελος, να φάει τον Γιάννη, θέλει.

-Καλώς, καλώς το πρόγευμα, καλώς το δειλινό μου

και τρώγω και καλοδειπνώ και πέφτω και κοιμάμαι.

-Άσε με, δράκε, άσε με, να ζήσω πέντε μέρες,

να πάω να δω τον κύρη μου κι ύστερα, δράκε, φά με.

-Άμε να πας και να τον δεις, και μην αργήσεις Γιάννη.

Και πήγε ο Γιάννης κι άργησε και θύμωσεν ο δράκος

και σαν κοιτάζει πέρα-εκεί, ο Γιάννης κατεβαίνει.

-Καλώς, καλώς το πρόγευμα, καλώς το δειλινό μου

και τρώγω και καλοδειπνώ και πέφτω και κοιμάμαι.

-Άσε με, δράκε, άσε με, λυπήσου με θηρίο,

να πάω να δω τη μάνα μου και πάλι είμαι δικός σου.

-Άμε να πας και να την δεις, και μην αργήσεις Γιάννη.

Και πήγε ο Γιάννης κι άργησε και θέριεψεν ο δράκος

και σαν κοιτάζει πέρα εκεί, ο Γιάννης κατεβαίνει.

-Καλώς, καλώς το πρόγευμα, καλώς το δειλινό μου,

και τρώγω και καλοδειπνώ και πέφτω και κοιμάμαι.

-Δράκε μου, σε παρακαλώ, λυπήσου με θηρίο,

να πάω να δω τα ορφανά, την χήρα να ορμηνέψω.

-Άντε να πας, να δεις κι αυτούς και γλήγορα να μου ’ρθεις.

Και πάλι ο Γιάννης άργησε και θύμωσε ο δράκος,

Μα σαν κοιτάζει πέρα εκεί, τον Γιάννη αντικρύζει.

Είχε τα χέρια σταυρωτά, γυρμένο το κεφάλι

και πίσω ο πατέρας του τα γένια του μαδώντας,

πιο πίσω η μανούλα του, μαλλιοτραβιέται η δόλια

και πίσω-πίσω τα ορφανά, σαν φύλλα μαραμένα

και πιο μπροστά η γυναίκα του, χρυσοκαβαλαρέα,

τον δράκο τον φοβέριζε και ψύχωνε τον Γιάννη.

-Καλώς, καλώς το Γιάννη μου, καλώς το πρωινό μου.

-Καλώς, καλώς τον δράκο μου, το μεσημεριανό μου.

-Καλώς, καλώς το πρόγευμα, καλώς το δειλινό μου

και τρώγω και καλοδειπνώ και πέφτω και κοιμάμαι.

-Σπαθί να ’χεις για πρόγευμα, για δειλινό κοντάρι,

για δείπνο δηλητήριο και πέσε και κοιμήσου.

-Κόρη διόλου δεν ντρέπεσαι; Διόλου δεν με φοβάσαι;

-Καθόλου εγώ δεν ντρέπουμαι, δεν σε φοβάμαι δράκε.

-Για τον Θεό σου κοπελιά, ποια είν’ τα γονικά σου;

-Ο κύρης μου απ’ τους ουρανούς, η μάνα μου απ’ τα νέφη,

τ’ αδέλφια μου αστραπόβροντα κι εγώ σκοτώνω δράκους

Στου πεθερού μου την αυλή σαράντα δράκων δέρμα

και το δικό σου παίρνοντας, θα ’ναι σαράντα ένα.

Στην κούνια οπούν’ το βρέφος μου, σαράντα δρακοδόντια

και το δικό σου παίρνοντας, θάναι σαράντα ένα

-Βρε κοπελιά, με τρόμαξες, για πάνε στο καλό σου

κι ο αγαπημένος Γιάννης σου, ας είναι χάρισμά σου.

Και να ’σαι συ η νύφη μου κι ο Γιάννης αδελφός μου,

του Γιάννη τα παιδόπουλα να τα ’χω κουνιαδάκια.

Ο Μάραντον

Το τραγούδι ο Μάραντον είναι από τα πιο χαρακτηριστικά του ακριτικού κύ­κλου.

Υπόθεση του έργου: Ο Μάραντον έχει στρατευτεί. Ξεκινάει νύχτα για τον πόλεμο. Πεταλώνει το μαύρο του άλογο, ενώ δίπλα η γυναίκα του κλαίει απαρηγόρητα. Ο Μάραντον την καθησυχάζει διαβεβαιώνοντάς την ότι θα την προστατεύουν οι Άγιοι και οι δώδεκα Απόστολοι. Της λέει πως θα έχει συν­τροφιά τον πατέρα, τη μάνα και τ’ αδέρφια του. Φεύγοντας της αφήνει χίλια πρόβατα και πεντακόσια αρνιά μαζί με το μεγάλο κριάρι με το χρυσό κου­δούνι. Μετά την αναχώρηση του ήρωα, οι δικοί του διώχνουν από το σπίτι τη γυναίκα του. Της δίνουν όμως πέντε πρόβατα και δεκαπέντε αρνιά. Αντιμε­τω­πίζει στην ερημιά φοβερούς κινδύνους. Μένει πιστή στον ιερό συζυγικό δε­σμό. Πέρασαν έτσι επτά χρόνια δύσκολα κι ο Μάραντον δε γύρισε ακόμη. Στο διάστημα αυτό η τίμια, αφοσιωμένη και εργατική γυναίκα πολλαπλασίασε τα πρόβατά της: τα πέντε εποίκεν εκατόν τα δεκαπέντε χίλια.

Μια μέρα ενώ έβοσκε τα πρόβατά της, δέχεται τον χαιρετισμό ενός κα­βαλάρη. Ο ξένος της κάνει διάφορες ερωτήσεις και την πληροφορεί πως ο Μάραντον πέθανε και του έδωσε εντολή να παντρευτεί τη γυναίκα του. Πήρε όμως την απάντηση: Εφτά χρόνια ενέμ’ν ατον κι άλλα εφτά θ’ αναμένω, αν έρ’ται, έρται ο Μάραντον κι αν œ εν’, καλο(γ)ερεύω. Στο τέλος τον αναγνωρίζει από διάφορα σημάδια και η ζωή τους συνε­χίζεται ευτυχισμένη.

Ο Μάραντον.

Τον Μάραντον χαρτίν έρθεν, να πάει ’ς σην στρατείαν,

τη νύχταν πάει σο μάστοραν, τη νύχταν μαστορεύει,

κόφτ’ ας ασήμι πέταλα κι ασ’ σο χρυσάφ’ καρφία,

τον μαύρον ατ’ καλύβωνεν κατάντικρυ ’ς σον φέγγον

κι’ η κάλια τ’ παραστέκει ατον με το χρυσόν μαντήλι

και τα δάκρâ ’τς κατήβαιναν, Καλομηνά χαλάζâ.

Καρφίν, καρφίν απλώνει ατον, την γην δάκρâ γομώνει.

-Πού πας, πού πας, ναι Μάραντε, κι εμέν τίναν αφήνεις;

-Αφήνω σε σον κύρη μου, τον Άεν-Κωνσταντίνον,

αφήνω σε σην μάνα μου, την Άϊαν Ελένην,

αφήνω σε σ’ αδέλφâ μου, τους Δώδεκ’ Αποστόλους.

-Πού πας, πού πας, ναι Μάραντε, κι εμέν τίναν αφήνεις;

-Αφήνω ≤ίλια πρόβατα και πεντακό®â αρνόπα,

αφήνω σε τον κρίαρον, τον χρυσοκωδωνιάτεν,

αφήνω σε χρυσόν σταυρόν κι άργυρον δαχτυλίδι,

το δαχτυλίδ’ πούλτσον και φα και τον Σταυρόν προ®κύνα.

’Κόμαν ’κ’ εζιαγκοπάτεσεν, ’κόμαν κ’ εσελοκάτσεν,

’κόμαν σην Πόλ’ œ επάτεσεν και σ’ αργαστέρ’ εκάτσεν,

την κόρ’ καθίζ’νε ’ς σο σκαμνίν κι’ ατέν διπλοκουράζ’νε.

Δίγ’ν ατεν πέντε πρόατα και δεκα-πέντε αρνία

Και δίγ’ν ατεν φελίν ψωμίν και πέντε κουφοκάρâ.

-Άμε σκύλ’ κόρη, χάθ’ εσύ κι ωρία οπίσ’ γυρίζεις

κι όντες θυμών’νε τα ρα≤ιά, ν’ εβγαίν’ τς και να βοσκίζεις

κι’ όντες θρασκεύ’ ο ποταμόν, κατήβασον και πότσον.

’Σ σα ψηλασέας βόσκιζεν, σα χαμελά εμένεν.

Εφτά χρόνâ εδέβανε κι ο Μάραντόν ατ’ς œ έρθεν.

Τα πέντ’ εποίκεν εκατόν, τα δεκαπέντε ≤ίλâ

κι ας εφτά χρόνâ κι’ άλλ’ απάν’, σε μήνους υστεραίους,

καβαλάρην επέντεσεν απαγκές σα ρα≤ία.

-’Κάτσεν κι’ ατέν ερώτεσεν και τίνος νύφε είσαι;

Και τίνος είν’ τα πρόγατα και τίνος είν’ τ’ αρνόπα

και τίνος εν ο κρίαρον, ο χρυσοκωδωνιάτες;

-Οπίσ’, οπίσ’, ναι ξένε μου, οπίσ’ κι απ’ όθεν έρθες,

να ποίγω τα σκυλίτσâ μουν κι’ εσέν παραλαεύνε.

Του Μάραντ’ είν’ τα πρόγατα, του Μάραντ’ είν’ τ’ αρνόπα,

του Μάραντ’ εν’ ο κρίαρον, ο χρυσοκωδωνιάτες.

Εφτά χρόνâ ενέμν’ ατον κι άλλ’ εφτά θ’ αναμένω,

αν έρται, έρται ο Μάραντον κι αν œ εν’, καλογερεύω.

-Ο Μάραντο σ’ επέθανεν, ’κείνος οπέρ’τς ετάφεν,

’ς σην ταφήν ατ’  παρέστεκα κι’ ας άσπρον ατ’ επαίρα

Κι’ εμέναν εδιατάχτε μεν, την κάλη μ’ δέβα, έπαρ’.

-Οπίσ’, οπίσ’, ναι ξένε μου, οπίσ’ κι απ’ όθεν έρθες.

Ο Μάραντο μ’ επέθανεν; Εγώ εσέν θα παίρω;

Εγώ καλόγρια (γ)ίνουμαι, ’ς σο μαναστήρ’ εμπαίνω.

-Καλόγερος θα (γ)ίνουμαι κι’ εγώ εσέν θα παίρω.

-Εγώ περδίκα γίνουμαι και ’ς σα καφούλâ εμπαίνω.

-Κι εγώ αητέν ’τς θα (γ)ίνουμαι κι’ εσέναν θα αρπάζω.

-Ατό το στημνοδέσιμον τη Μάραντου μ’ ομäζει

Λεξιλόγιο:

χαρτίν = μήνυμα, ειδοποιητήριο,

στρατείαν = οδοιπορία, πόλεμος, ταξίδι, ξενιτειά,

φέγγον = φεγγάρι,

Καλομηνά = του Μαγιού, Μαγιάτικα,

εζιαγκοπάτεσεν = πάτησεν τον αναβολέα (σκαρί), για να καβαληκέψει άλογο,

κουφοκάρυα = κούφια καρύδια,

ωρία = μη τυχόν,

θρασκεύ’ = πλημμυρίζει, κατεβάζει πολύ νερό,

ποίγω = κάνω, υποκινώ,

παραλαεύνε = κατασπαράζουν,

άσπρον = σάβανο,

εδιατάχτε = έδωσε εντολή,

καφούλια = θάμνοι πυκνοί,

στημνοδέσιμον = εντυπωσιακός και ωραίος τρόπος δεσίματος.

 

Μετάφραση Απόδοση

Ο Αμάραντος.

Του Αμάραντου ήρθε μήνυμα, στον πόλεμο να πάει.

Τη νύχτα πάει στο μάστορα, τη νύχτα μαστορεύει,

κάνει απ’ ασήμι πέταλα, καρφιά από χρυσάφι,

το μαύρο του πετάλωνε, αντίκρυ στο φεγγάρι,

Δίπλα στέκει η γυναίκα του με το χρυσό μαντήλι,

σαν το χαλάζι του Μαγιού τρέχαν τα δάκρυά της.

Δίνοντάς του καρφί, καρφί, το χώμα δακρυβρέχει.

-Πού πας, πού πας Αμάραντε κι εμένα πού μ’ αφήνεις;

-Στον κύρη μου σ’ αφήνω εγώ, τον Άγιο-Κωνσταντίνο,

σ’ αφήνω ‘γω στη μάνα μου, την Αγία Ελένη,

σ’ αφήνω και στ’ αδέλφια μου, τους Δώδεκ’ Αποστόλους.

-Πού πας, πού πας Αμάραντε και τι μ’ αφήνεις άντρα;

-Σ’ αφήνω χίλια πρόβατα και πεντακόσια αρνάκια,

σ’ αφήνω και τον κρίαρο με το χρυσό κουδούνι,

σ’ αφήνω και χρυσό σταυρό κι αργυροδαχτυλίδι,

τον σταυρό να τον προσκυνάς, πούλα το δαχτυλίδι.

Και πριν πατήσει τα σκαριά και πριν σελοκαθήσει,

στην Πόλη πριν να φτάσει αυτός, εκείνη στο μόχτο μπήκε.

Και στο σκαμνί την κάθησαν και την διπλοκουράζουν.

Της δίνουν πέντε πρόβατα και δεκα-πέντε αρνάκια,

κούφια καρύδια και ψωμί μια φέτα σ’ αυτήν δίνουν.

-Άμε και χάσου απ’ εδώ και πίσω μη γυρίσεις

κι όταν θυμώνουν τα βουνά, να βγεις και να τα βόσκεις

κι όταν φουσκώσει ο ποταμός, να βγεις να τα ποτίσεις.

Και στα ψηλά τα βόσκιζε κι έμενε στα λαγκάδια.

Εφτά χρόνια περάσανε κι ο Αμάραντος δεν φάνει.

Τα πέντε έκανε εκατό, τα δεκα-πέντε χίλια

Κι απάνω στα εφτάχρονα και στους στερνούς τους μήνες,

καβαλάρη συνάντησε στις ψηλές τις ραχούλες.

-Στάθηκε και τη ρώτησε, ποιανού νυφούλα είσαι;

Και τίνος είν’ τα πρόβατα και τίνος είν’ τα’ αρνάκια

και τίνος είν’ ο κρίαρος με το χρυσό κουδούνι;

-Για φύγε, φύγε ξένε μου και πάνε στο καλό σου,

μη κάνω νεύμα στα σκυλιά και σε κατασπαράξουν.

Του Αμάραντου είν’ τα πρόβατα, του Αμάραντου τ’ αρνάκια,

δικός του και ο κρίαρος με το χρυσό κουδούνι.

Εφτά χρόνια τον καρτερώ κι ας πάνε κι άλλα τόσα,

κι αν δεν ερθεί ο Αμάραντος, καλόγρια θα γίνω.

-Ο άντρας σου επέθανε στον περσινό το χρόνο

και στην ταφή του βρέθηκα: Πήρε απ’ το σάβανό του

Και μου έδωσε την εντολή, γυναίκα να σε πάρω.

-Για φύγε, φύγε, ξένε μου και πάνε στο καλό σου.

Ο Αμάραντός μου πέθανε; Κι εγώ θα πάρω σένα;

Καλόγρια θε να γενώ, θα μπω σε μοναστήρι.

-Καλόγηρος θε να γενώ και πάλι θα σε πάρω.

-Εγώ γίνομαι πέρδικα και μπαίνω μεσ’ τους θάμνους.

-Κι εγώ θα γίνω μαυραητός κι εσένα θε ν’ αρπάξω.

-Σημάδια βλέπω γνώριμα. Είσαι ο Αμάραντός μου.

 

Τη Γιάννε τ’ όνερον

Ο Ακρίτας πολεμιστής Μονόγιαννες είναι ένα νιόπαντρο παλικάρι. Αμέ­σως μετά το γάμο του φεύγει στον πόλεμο. Οι συνθήκες της εποχής δεν επι­τρέπουν την επικοινωνία με τους δικούς του. Η απουσία του είναι μακρό­χρονη. Οι συγγενείς της γυναίκας του τον θεωρούν χαμένο και αποφασίζουν να την ξαναπαντρέψουν. Ο Ακρίτας τα βλέπει στο όνειρό του. Φτάνει το πα­λικάρι έγκαιρα στο σπίτι όπου γίνεται ο γάμος της καλής του. Μπαίνει στο χορό κουνώντας το μαντήλι που κέντησε η αγαπημένη του που του το είχε δωρήσει κάποια Μεγάλη Παρασκευή. Η νύφη το αναγνωρίζει. Βλέπει ζωντανό το Γιάννη μπροστά της. Ο γάμος διαλύεται: Εγώ Γιάννεν εγάπεσα κι εκείνον παλ’ θα παίρω.

Το τραγούδι υπογραμμίζει τη δραματική ζωή των ποντίων Ακριτών που είναι ταγμένοι ακοίμητοι φρουροί του έθνους προστατεύοντας και δικαιώ­νον­τας συγχρόνως τα οικογενειακά ιδεώδη.

 

Γ. Τη Γιάννε τ’ όνερον.

Ο Γιάννες, ο Μονόγιαννες, ο μοναχόν ο Γιάννες,

Πέντ’ ημερών γαμπρός έτον, σον πόλεμον εχπάστεν

κι ουδέ ’λίγον κι ουδέ πολύ, εποίκεν δέκα χρόνια.

Κι ατός όνερον έλεπεν σ’ αποψισνόν το βράδον:

’Σ σο σημερνόν και σ’ αυρισνόν την κάλην ατ’ αντρίζ’νε.

Εσπίχτεν κι ετραγώδεσεν ώρâ το μεσονύχτι.

Εκ’σεν ατο ο βασιλιάς, βαρύν χολήν œ σκώνει.

-Ποίος εν π’ ετραγώδεσεν ώρâ το μεσονύχτι;

Για κλέφτες εν’, για πόρνες εν’, για τη φιλιάς καμένος.

-Εγώ εμ’ π’ ετραγώδεσα ώρâ το μεσονύχτι,

ναι κλέφτες εμ’, ναι πόρνες εμ’, ναι τη φιλιάς καμένος.

’Σο σημερνόν και σ’ αυριανόν η κάλη μ’ ε≤’ κι’ αντρίζει.

-Για δόστ’ ατον και τ’ άλογον, ντο στέκει προς γωνέαν,

ντ’ αναμασά τα σίδερα, ντο τρώει τα κροσταλίδια.

Ους να θα ζιαγκινοπατεί, εφτάν’ ’ς σ’ ημ’σον τη στράταν

και ους να καλοκάθεται, εκεί να ευρισκάται.

’Κόμαν œ εζιαγκοπάτεσεν, σο μεσοστράτ’ ευρέθεν,

’κόμαν œ εκαλοκάθεσεν κι’ ατός εκεί ευρέθεν.

Καλόγερον απέντεσεν απάν’ σο σταυροδρόμιν.

-Σον Θο σ’, σον Θό σ’, ναι δάσκαλε, και τίνος εν ο γάμος;

-Τη Γιάννε μ’ εν’ και η χαρά, τ’ εγάπ’ς ατ’ εν ο γάμος.

Εκεί σα τ®ιαρταγόσπιτα, ’ς σα ψηλά παραθύρâ,

που τρων’ και πιν’ και τραγωδούν έμορφα τραγωδίας,

εκεί στολίζ’ν την νιόνυφον, τη Γιάννε μ’ την εγάπην,

απόψ’ και τα μεσάνυχτα την κάλην ατ’ αντρίζ’νε.

Ο Γιάννες πάει κι αποκουμπίζ’ και ση χαράς την πόρταν.

Την πόρταν λάχταν κρούει ατός κι απ’ εξ’ απέσ’ εμπαίνει.

Εσέβεν ατός σο χορόν κι’ ελάϊσεν το μαντήλ’ν ατ’,

ερρούξεν το μαντήλιν ατ’ ’ς ση κόρης το νυφίον,

τερεί, καλοξετάζ’ ατο, φιλεί ατο και λέει:

-Τα Κάλαντα ντ’ ερμάτωσα, τα Φώτα ντ’ επλερώθεν

και τη Μεγάλ’ Παρασκευήν, ντ’ εδώκα εγώ τον Γιάννεν.

Συμπεθέροι σ’ οσπίτâ σουν, γειτόνοι σ’αυλιτόρâ

Κι’ εσύ γαμπρέ κι’ απόγαμπρε, δέβα κι’ απ’ όθεν έρθες,

έρθεν το πρωτοστέφανο μ’, το πρώτον η εγάπη μ’.

Εγώ Γιάννεν εγάπεσα κι’ εκείνον πάλ’ θα παίρω.

Λεξιλόγιο:

Αντρίζ’νε = παντρεύουν (από το ανδρίζω).

εσπίχτεν = σφίχτηκε, έβαλε τα δυνατά του.

φιλιάς = του έρωτα (φιλία).

γωνέαν = μεγάλη πέτρα, ογκόλιθος, πέτρα που σχηματίζει γωνίαν.

κροσταλίδια = κρύσταλλα.

τσιαρταγόσπιτα = ξύλινα σπίτια.

ελάϊσεν = κούνησε, ανέμισε.

επλερώθεν = τελείωσε, ολοκληρώθηκε, ικανοποιήθηκε.

Μετάφραση Απόδοση

Τ’ όνειρο του Γιάννη.

Ο Γιάννης ο Μονογενής, μοναχογιός ο Γιάννης,

πέντε μερών ήταν γαμπρός, στον πόλεμο επήγε,

ούτε λίγο, ούτε πολύ, έκανε δέκα χρόνια.

Στον ύπνο τον αποψινό, όνειρο βλέπει ο Γιάννης:

Παντρεύουν την γυναίκα του στη σημερνή τη μέρα.

Και με καημό τραγούδησε μεσάνυχτα ο δόλιος

Κι ο βασιλιάς, που τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνει.

-Ποιος είν’ αυτός, που τραγουδά, μέσα στο μεσονύχτι;

Κλέφτης ή πόρνος θα ’ναι αυτός ή έρωτα γυρεύει.

-Εγώ τραγούδησα, εγώ, μέσα στο μεσονύχτι,

δεν είμαι κλέφτης, πόρνος κι έρωτα δε γυρεύω.

Η καλή μου παντρεύεται στη σημερινή τη μέρα

-Δόστε του ’κείνο τ’ άλογο, στην πέτρα δίπλα που ’ναι,

που αναμασάει σίδερα, κρύσταλλα κατατρώγει.

Ως να πατήσει τα σκαριά, πάει στο μισό το δρόμο

Και στο χωριό του θα βρεθεί, ως να καλοκαθήσει.

Και στα σκαριά δεν πάτησε, πάει στο μισό το δρόμο

Κι ακόμα δεν καλόκατσε και βρέθει στο χωριό του.

Καλόγηρο συνάντησε στο σταυροδρόμι επάνω.

-Για το Θεό σου, δάσκαλε, ο γάμος τίνος είναι;

-Απόψε εδώ παντρεύουνε του Γιάννη την γυναίκα.

Δες τα ψηλοπαράθυρα, εκεί πέρα στα τσαρτάκια,

που τρώνε, πίνουν και γλεντούν και γλυκοτραγουδάνε,

εκεί στολίζουν νιόνυφη, του Γιάννη την αγάπη,

πουρνό-πουρνό με την αυγή θε να την στεφανώσουν.

Ο Γιάννης αποκούμπησε στην πόρτα του σπιτιού του.

Στην πόρτα δίνει μια κλωτσιά κι απ’ έξω-μέσα μπαίνει.

Κι αμέσως μπαίνει στο χορό κουνώντας το μαντήλι

και πέφτει το μαντήλι του στην κάμαρη της νύφης,

το παίρνει η κόρη, το κοιτά, και το φιλεί και λέει:

-Τα Κάλαντα το κέντησα, το τέλειωσα τα Φώτα,

τη Μεγάλη Παρασκευή το δώρισα στο Γιάννη.

Συμπέθεροι στα σπίτια σας. Γειτόνοι στις αυλές σας

κι εσύ γαμπρέ κι απόγαμπρε, να πας απ’ όπου ήρθες,

Γιατ’ ήρθε ο άντρας μου ο καλός, το πρώτο μου στεφάνι

Εγώ Γιάννην αγάπησα κι αυτόν θα πάρω πάλι.

 

Ο Ξάντινον (Κωνσταντίνος)

Το τραγούδι αυτό που δημιουργήθηκε από τη μακραίωνη σύγκρουση των βυζαντινών με τους Άραβες ανήκει στον ακριτικό κύκλο και είναι από τα ωραιότερα ακριτικά άσματα του Ποντιακού Ελληνισμού.

Υπόθεση του έργου: Ο Ξάντινον που έχει υπερφυσική δύναμη σαν τον Διγενή, μαθαίνει ότι ο γιος του ο κυρ Βασίλης χάθηκε. Ο γιγαντόσωμος ήρωας Ακρίτης βγαίνει να αναζητήσει το γιο του. Στο δρόμο μαθαίνει πως ο γιος του έχει πιαστεί αιχμάλωτος από τους Σαρακηνούς οι οποίοι τον έχουν βάλει να κουβαλάει πέτρες: Εκεί κάστρον εχάλασεν και κουβαλεί λιθάρâ. Ο Ξάντινον μεταμφιέζεται και πλησιάζει τους Σαρακηνούς. Τους προκαλεί να παλέψουν αλλά κανείς τους δεν τολμάει να βγει να τον αντιμετωπίσει, παρά μόνο ο Βα­σίλης. Και ενώ πατέρας και γιος είναι έτοιμοι να παλέψουν, ο Ξάντινον προσπαθεί να κάνει το γιο του να τον αναγνωρίσει και να δραπετεύσουν: Με την λαλίαν ατ’ έλεγεν, έλα ας πολεμούμε, και με τα ισμάρ’ν ατ έλεγεν, Βα­σίλη μ’ χάϊτε ας πάμε.

 

Ο Ξάντινον

Ο Ξάντινον, ο πάντινον, ο πάντα λαλεμένον,

’ς σο έναν το ρωθώνιν ατ’ άλογα σταμνισμένα

και ’ς σα άλλο το ρωθώνιν ατ’ χερομυλίτσα κλώσκουν

και απάν’ εις την κορφίτσαν ατ’ ζευγάρ’ βούδια αλωνίζ’νε.

Εχάσεν τον υιγιόκαν ατ’, τον νέον τον κυρ Βασίλην.

Εφτάγει σιδερίν στουράκ’ και χάλκενα τσαρούχâ,

Εβγαίν’ κι’ αραεύ’ ατόν ρα≤ä και πολιτείας

και ’ς αα λιθαροσπάσματα και ’ς σα γεφυροπόδâ.

Σαρακενόν επέντεσεν απάν’ ’ς σο σταυροδόμιν.

-’Σ σον θεό σ’, ’ς σον θεό σ’, Σαρακενέ, σαρακενόν παιδίον,

πουθέν œ είδες το υιγιόκα μου, το νέον κυρ Βασίλην;

-Ακεί ’ς σο πέραν το ρα≤ίν, ’ς  σ’ άλλο τα’ επεκειμέριν,

’ς το τούρκικον τη μαχαλάν, ’ς τ’ αρμέν’κον το χωρίον,

εκεί κάστρον εχάλασεν και κουβαλεί λιθάρâ.

Εκόσεψεν τον βουδανόν και κουβαλεί λιθάρâ.

Αν αποστέκ’ ο βουδανόν κρούγ’ν, ατον τσιμπουκέας

αν αποστέκ’ ο γιόκας σουν κρούγ’ν ατον μα≤αιρέας.

Πώς α φτάγω, πως κ’ εφτάγω, να παίρω τον υιγιόκα μ’,

να παίρω τον υιγιόκα μουν, τον νέον τον κυρ Βασίλην;

-Για ξύρτσον τη γενäδα σουν και γίνον παλικάριν,

και κούρεψον τον μαύρο σουν και ποίσον νέον πουλάριν

για άμε συ και κόνεψον εις του καστρί την πόρταν·

για σουκ’ και καλοκόνεψον και ’ς ση χωρί’ την μέσην,

φαγίν ψαλάφα και ποτίν, ταγήν και για τον μαύρον,

ψαλάφα κόρην έμορφον του Μαυρολίβ’ την κόρην.

Εξύρτσεν τη γενιάδαν ατ’, εγέντον παλικάριν,

εκούρεψεν τον μαύρον ατ’ κι εποίκεν νέον πουλάριν,

επήγεν και ν’ εκόνεψεν εις τη καστρί’  την μέσην,

ψαλάφεσεν φαγίν, ποτίν, ταγήν και για τον μαύρον,

έστειλεν κι εψαλάφεσεν αρ’ έναν παλικάριν.

-Ποίος ζαρπλής και δυνατός και όλων παλικάριν,

ας ζώσκεται λαφρόν σπαθίν, ’ς σον πόλεμον ας έρ’ ται.

Ποίος να πάει; Ποίος œ πάει; ας πάγει ο Βασίλης.

Με την λαλίαν ατ’ έλεγεν, έλα ας πολεμούμε

Και με τα’ ισμάρ’ν ατ’ έλεεν, Βασίλη μ’, χάϊτε, ας πάμε.

 

Λεξιλόγιο:

λαλεμένος = ξακουστός,

σταμνισμένος = δεμένος, σταβλισμένος,

≤ερομυλίτσα κλώσκουν = γυρνούν το χερόμυλο,

στουράκ’ = ραβδί,

αραεύει = ψάχνει,

ρα≤ä = βουνά,

λιθαρόσπασμα = λατομείο,

γεφυροπόδâ = η βάση της γέφυρας,

επεκειμέριν = το απέναντι μέρος,

κοσεύω = ζεύω,

τσιμπουκέα = βουκεντριά,

κονεύω = στήνω το κονάκι μου,

ψαλαφώ = ζητώ, γυρεύω,

ζαρμπλής = γενναίος,

ισμάριν = το νεύμα,

επέντεσεν = συνάντησε,

εποίκεν = έκανε,

έρ’ται = έρχεται,

ποίσον = κάνε

 

Ο Πόρφυρας (πορφύρτς)

Ήρωας των ακριτικών ασμάτων που έδρασε την εποχή του Ρωμανού. Ο Πορφύρης, που τον γέννησε χήρα, συγκριτικά με όλους τους άλλους ήρωες υπερέχει τόσο στην ανδρεία όσο και στη σωματική δύναμη. Στο τραγούδι άο­πλος πολεμά μ’ ένα ολόκληρο ασκέρι και το κατατροπώνει με τα χέρια του.

Νασάν τη μάναν που γεννά τα τράντα χρόνâ μίαν

κι’ εφτάει υιόν Τραντέλλενον και νύφεν γαλαφόρον,

κανείς υιόν œ εγέννεσεν κανείς υιόν œ εποίκεν,

καλόγρâ υιόν εγέννεσεν απάνου ’ς σο Πορφύριν.

-Ατόναν πώς θα λέγουμε, ατόν πώς θα καλούμε;

-Ατόν Πορφύρην πέτ’ ατόν, ατόν Πορφύρ’  καλέστεν.

Μονόημερος εγέντον’νε œ έφαγεν παξιμάτιν,

διήμερος εγέντον’νε, εφαγ’ έναν φουντάριν,

πεντεήμερος εγέντον’νε, έφαγεν την φουρνέαν,

τραντάημερος εγέντον’νε, εξέβεν κι’ εκαυκέθεν:

-Εγώ κόρην εγάπεσα και εν’ του βασιλέα.

-Ναι, Πόρφυρα, ναι, Πόρφυρα, βαρέα μη καυκάσαι.

Ο βασιλιάς γεράκâ ’χει, στείλει και κυνηγά σε.

-Ουδέ τον Βάρδαν φοβούμαι ουδέ τον Νικεφόρον,

ουδέ τον βαρυτράχηλον ντο τρέμει η γη κι’ ο κόσμον.

Μαθάν’ ατό ο βασιλάς, ο πολυχρονομένον:

-Απ’ όθεν εν’ ο Πόρφυρας, εμέν που œ φοβάται;

Έχω απάν’ ατ’ πόλεμον, ε≤’ απάν’ ατ’ στρατείαν.

Αρμάτωσεν τους στρατηγούς και όλον το φουσάτον,

αχπά®κεται ο στρατηγόν και πάγει ’ς σο σεφέριν.

’Σ ση μέσην εν’ ο σερασκέρ’ς, ’ς σα άκρας εν’ τα’ ασκέριν.

Σείτ’ έπαιγ’νεν, σειτ’ έκλαιεν, σςίτ’ χαμελά τραγώδνεν:

-Θε μ’, να πάμε να βρίσκουμε τον Πόρφυραν ’ς σον ύπνον,

να εν’ το σπαθίν ατ’ ’ς σο θεκάρ’, τ’ άλογον ατ’ σον κάμπον,

να δένω, να ξεδέν’ ατον, να διπλοσιδερäζω,

να δένω και τ’ ομμάτâ του μ’ εννέα λοϊών μετάξιν

κι’ ακεί να εγνεφιζ’ ατόν α σον γλυκύν τον ύπνον.

Παίξεν ατόν ο δäβολον κι’ ευρίεται σον ύπνον.

Δεν’ ατόν και ξεδέν’ ατόν και διπλοσιδερäζ’νε

Και δεν’νε και τ’ ομμάτα ’τουν μ’ εννέα λοϊών μετάξιν.

Εγνέφιξεν ο Πόρφυρας α σον γλυκύν τον ύπνον:

-Παρακαλώ σε, σερασκέρ’, Θεού παρακαλίας.

Σ’ ούλα τα κάστρα φέρον με δεμένον και φλιμένον

και ’ςσην Κωνσταντινούπολην· λυτόν και χαρεμένον,

εκεί κόρασον αγαπώ, ελέπ’ και περγελά με.

Σ’ ούλα τα κάστρα φέρ’ ν’ ατόν, τα δäκρâ ’τ’ œ εκατήβαν

και ’ς σην Κωνσταντινούπολην τα δäκρâ ’τ’ εκατήβαν.

Τα δάκρ’ ατ’ ντ’ εκατήβαν’νε έσεψαν το μετάξιν.

Βασιλοπούλα λάλεσεν από ψηλόν παλάτιν:

-Ουκ είπα σε, ναι Πόρφυρα, βαρέα μη καυκάσαι,

ο βασιλάς γεράκâ ’χει, στείλει και κυνηγά σε

και σ’ έπαιξες τον βασιλäν κι’ αυτόν τον σερασκέριν.

Για σείξον τα ποδάρâ σουν, ας σείγουν τα λωρία,

για σείξον και τα’ ωμία σουν ας σείγουν τα ρα≤ία,

για λάϊξον τα ≤έρâ σουν, ας κόφκουν τ’ αλυσίδâ.

Έσειξεν τα ποδάρ’ ατού, εσείγαν τα λωρία,

έσειξεν τα ωμί’ ατού, εσείγαν τα ρα≤ία,

ελάϊξεν τα ≤έρ’ ατού, εκόφταν τ’ αλυσίδâ.

Ας τα’ αλυσιδοκόμματâ έναν σο ≤ερ’ επαίρεν,

≤ίλιους απ’ έμπρâ σκότωσεν και μύριους απ’ οπίσω

εννä κοφίνâ φόρτωσεν ωτία και μυτία,

κι άλλα εννέα φόρτωσεν και ≤έρâ και κιφάλâ

και στείλ’ ’ατα τον βασιλäν, μεγάλον αρμαγάδιν.

-Υίας και χαιρετίγματα πέτε τον βασιλέαν.

Αρμάτωσεν και έστειλεν σ’ εμέν απάν φουσάτον.

Θίγα σπαθίν, θίγα κοντάρ’, ’ς σον πόλεμον εξέβα.

Αν έεις ασκέρ’ αρμάτωσον ’ς σον πόλεμον και στείλον·

Έσυρεν το σπαθίτζιν ατ’, ’ς σον πόλεμον εξέβεν

Επαίρεν και το κόρασον και την βασιλοπούλαν.

Λεξιλόγιο:

γαλαφόρα = με άφθονο γάλα

τραντέλλενος = 30 φορές Έλληνας,

πορφύριν = χωριό στην περιοχή Λιβεράς,

φουντάριν = ένα ολόκληρο ψωμί,

φουρνέα = ένα φούρνο ψωμιά,

Βάρδας και Νικεφόρος = οι ομώνυμοι στρατηγοί του Βυζαντίου,

σεφέριν = πόλεμος,

λαϊζω = κουνάω,

αρμαγάδιν = δώρο-προσφορά,

υία = υγεία,

εγνεφίζω = ξυπνώ,

σιτ’ = ενώ, όταν,

θίγα = χωρίς.

 

Αρπαγή της καλής του Κωνσταντίνου.

Ο Κωνσταντίνον ο μικρόν, ο Μικροκωσταντίνον,

π’ εχτίζινεν χρυσά λουτρούς, μαλαματένα κούρνους,

εμπαίνει και λουτρίσκεται, εβγαίνει και πλαγιάζει.

Είχε και κάλην έμορφον ’ς σον κόσμον ξακουσμένη,

εξακουσμένη ’ς τα Χανιά, ’ς της Πόλις τα’ αργαστήρâ.

Σαν τα’ άκουσεν κι ο βασιλäς, βαρä του κακοφάνη.

Ποίος έν’ άξôς και δυνατός κι ας σον Κωστάντην καλίον;

Κανείς, κανείς œ ελάλεσεν, κανείς œ επηλογέθεν,

δυο Σαρακιανόπουλα επηλογέθαν κ’ είπαν.

-Εμείς άξοι και δυνατοί κι’ ας σον Κωστάντη καλλίον.

Γυρίζουν ’ς σην Ανατολήν, την προσευχήν τους κάμνουν.

Χριστέ μ’ και Παναγία μου κι όσ’ άγιοι είν’ ’ς σον κόσμον,

να σώνετεν, να φτάνετεν κ’ εμάς να βοηθάτεν,

να πάμε ’ς σην Ανατολήν, ’ς σου Κωσταντίν’ τ’ οσπίτιν,

να βρούμ’ και τα λαγωνικά ’ς σην αλυσάν δεμένα,

να βρούμε και τον Κωσταντήν από λουτρού ’ς σον ύπνον,

’ς σον ύπνον κι’ αναρμάτωτον, να μη εν’ του πολέμου.

Ο Θος το λόγον έκουσεν και την καρδάν εποίκεν,

επήγαν ’ς σην Ανατολήν ’ς σου Κωσταντή τ’ οσπίτιν,

ηύραν τες πόρτες ανοιχτές, τα παραθύρâ œ ακλείδâ,

ηύραν και τα λαγωνικά ’ς την αλυσä δεμένα,

ηύρανε και τον Κωσταντήν από λουτρού ’ς σον ύπνον,

’ς σον ύπνον κι’ αναρμάτωτον και œ έτον του πολέμου.

-Καλώς έρθετεν, δυο παιδä και δυο Σαρακιοπούλâ,

αν έρθετεν φαγείν, ποτήν, φαγίζω και κεράζω,

αν έρθετεν για πόλεμον και ’κ είμαι του πολέμου.

-Εμάς αδά που έστειλεν πας κ’ είπεν, φα και πία:

Την κάλη σ’ θέλ’ ο βασιλάς και την αποθητή σου.

-Κι αν έρθετεν για την καλή μ’, έπαρτ’ ατεν κι αμέτεν.

-Ας έν’, ας εν’, κυρ Κωσταντή, τους ≤ίλιους ’κ εφογάσουν

και δυο Σαρακιανόπουλλα εδώκες με και πάγω.

-Άι δέβα, δέβα, κάλη μου, άι δέβ’ αποθητή μου,

’ς του ήλιου το βασίλεμαν χωρίς τ’ εσέν ’κι μένω.

Αζώσταρος, ασκέπαστος και τα μαλλä ’ς το ≤έριν,

κάθαν μαλλίν τ®ατ®ίν κρατεί, κάθαν λιθάριν γαίμαν,

ο Κωσταντής χρυσός αητός με τα χρυσά φτερούγια,

την προσευχή του έκαμεν, ’ς τον δρόμον του εσήβεν.

Πιντίδοι επιντίδευαν ’ς σου βασιλέα την πόρταν.

-Στον Θο σουν α πιντίδοι μου, πουθέν γάμος εδήβεν;

-Γάμος εδήβεν την πιρνήν, γάμος το μεσημέριν,

Κι’ αμόν ντ’εδήβεν την πιρνήν άλλο γάμος ’κ εδήβεν.

-Άνοιξον, πόρτα, άνοιξον, άνοιξον κι’ ας εμπαίνω.

-Άι ντο είσ’ εσύ και ποιος εσύ ν’ ανοίγω να εμπαίνης;

-Γω είμ’ τη νύφες αδελφός, δώδεκα χρόνους λείπω.

Επήραν τον εκάθισαν ’ς ση νύφες το κιφάλιν.

Έβγαλεν το ταμπούριν ατ’ κι ωρόν τραγούδιν λέγει.

-Κόρη μου, σφίγξον τη ζωστή σ’, κούμπασε τα κουμπä σου

κι όταν σε παίρω και δαβώ, κανείς να μη νοΐζη.

Ο Κωσταντής χρυσός αητός με τα χρυσά φτερούλâ

την νόνυφον επέρπαξεν κι ας τα φεγγά εξήβεν.

Κανείς κανείς ’κ ελάλεσεν, κανείς ’κ επηλογέθεν,

η σκύλλα η μαγέρισσα επηλογέθεν κ’ είπεν.

-Παιδά μ’, τρώτεν και πίνετεν κ’ η νύφε έ≤’ και πάγει.

[Ως που απεχαιρέτισεν, εννä βουνά εδήβεν,

Κι’ ως που τον είπαν ’ς σο καλόν, άλλα εννä εδήβεν].

Λεξιλόγιο:

εχτίζινεν = έχτιζε

πας κ’ είπε = μήπως είπε

αμέτεν = πηγαίνετε

τσατσίν = φρύγανο

πιντίδοι = φτωχοί, κακομοίρηδες

πιρνή και πουρνό = το πρωί

ας τα φεγγά = από τους φεγγίτες

εξήβεν και εδήβεν = εξήλθε και απήλθε

 

Η αιχμαλωσία του Κωσταντή.

Ο Κωσταντίνον ο μικρόν, ο Μικροκωσταντίνον,

’ς σον χρόνον μάθεν το σπαθίν, ’ς σο δεύτερον κοντάριν,

’ς σο τρίτον εκαυκίσκετον κανέναν œ φογούμαι,

μουδέ μικρόν μουδέ μέγαν μουδέ το βασιλέαν.

Ακούει ατο κι ο βασιλäς βαρä του κακοφάνη,

Διαλαλετάδους έβγαλεν Στέργιαν και Ρωμανίαν.

-Ποίος έν’ άξος και δυνατός τον Κωσταντήν να πιάνη;

Κανείς κανείς œ ελάλεσεν, κανείς œ επηλογέθεν,

χέρας υιός ελάλεσεν κ’ επηλογέθεν κ’ είπεν.

-Εγώ είμ’ άξôς και δυνατός τον Κωσταντήν να πιάνω.

≤ίλιους θέλω απ’ έμπρου μου και ≤ίλιους αποπίσου μ’

και ≤ίλιους απ’ τη μιαν μεργιάν και ≤ίλιους απ’ την άλλην.

’Σ σο δρόμον όπου πήγαινε τον Θον παρακαλούσεν,

γύριζεν ’ς σην Ανατολήν διπλοπαρακαλούσε.

Χριστέ μ’, να βρω τον Κωσταντήν από λουτρού ’ς τον ύπνον,

να βρω τες πόρτες ανοιχτές, τα παραθύρâ ακλείδâ,

και το σπαθίν ατ’ ’ς ση σπαθάν, το μαύρον ατ’ ’ς τους κάμπους,

τα τρα δρακοντικά σκυλλία ’ς τες αλυσιές δεμένα.

Ο Θον τον λόγον έκουσεν και την καρδäν εποίκεν,

πήγεν ηύρεν τον Κωσταντήν από λουτρού ’ς τον ύπνον,

ηύρεν τες πόρτες ανοιχτές, τα παραθύρâ ακλείδâ

και το σπαθίν ατ’ ’ς τη σπαθάν, το μαύρον ατ’ ’ς τους κάμπους,

τα τρα δρακοντικά σκυλλä στες αλυσιές δεμένα.

Ερράψανε τα’ ομμάτα ’του μ’ εφτά κάτα μετάßιν,

εδέσαν και τα χέρâ του μ’ εφτά κάτα αλυσίδας,

εβάλανε ’ς την πλάτην ατ’ του μύλου το λιθάριν.

-Σήκου, σήκου, κυρ Κωσταντή, ο βασιλäς σε θέλει.

-Αν έρθετεν φαγείν, ποτήν, φαγίζω και κεράζω,

αν έρθετεν για πόλεμον, ’γω ’κ είμαι του πολέμου.

Ατείν’ τον νον επέρπαξαν και έχουν’νε και πάγουν.

-Σ’ όλα τα κάστρα φέρτε με δεμένον και φλιμμένον,

και ’ς σην Κωσταντινούπολιν λυτόν και χαρεμένον.

’Σ όλα τα κάστρα φέρ’ν ατον λυτόν και χαρεμένον

και ’ς σην Κωσταντινούπολιν δεμένον και φλιμμένον.

Βασιλοπούλλα λάλεσεν από ψηλόν παλάτιν.

-Γω ’κ είπα σε, κυρ Κωσταντή, βαρέα μη καυκέσαι,

ο βασιλäς γεράκâ ’χει κ’ εσένα κυνηγούνε;

-Σώπα, σώπα, βασίλισσα, και μη παραπονής με,

τώρα σείζω τα’ ομμάτâ μου και κόφτω τα μετάßâ,

τώρα σείζω τα ≤έρâ μου και κόφτω τ’ αλεσίδâ,

τώρα σείζω την πλάτη μου και ρούζω το λιθάριν.

Ετσάμπλιξεν τα’ ομμάτâ ’του κ’ εκόπαν τα μετάßâ,

εσείξεν τα ≤εράκâ ’του κ’ εκόπαν τ’ αλεσίδâ,

εσείζεν τα ποδάρâ ’του κ’ ερρούξεν το λιθάριν,

και το σπαθίν επέρπαξεν, ’ς ση μέσην τους εμπήκεν,

≤ίλιους εβάλεν έμπρâ ’του, μυρäδες αποπίσ’ ατ’

κ’ εκείνος όλους έκοψεν, χέρας υιός επέμ’νεν.

-Χαιρέτα με τον βασιλäν και την βασιλοπούλαν,

αν έχει κι’ άλλα πρόγατα, ας στείλ’ μεν και σπάζω.

Λεξιλόγιο:

ακλείδια = ακλείδωτα, ανοιχτά

ρούζω = πέφτω, ρίχνω

ετσάμπλιξε = ανοιγόκλεισε

πρόγατα = πρόβατα, περιφρονητικά στρατιώτες

σπάζω = σφάζω

Στεργια = άγνωστη χώρα

 

Ο Κωνσταντίνος ζεμένος με βουβάλι.

Δεν είναι κρίμα κι ανομιά, παρανομιά μεγάλη;

Εζεύγωσαν τον Κωσταντήν με τα’ άγρôν το βουβάλιν

να κουβαλίσει μάρμαρα απ’ το μαρμαροβούϊνον.

Οπού ’ταν λάσπες και νερά, εσύρ’νεν το βουβάλιν,

κι οπού ’ταν πέτρες και βουνά, σύρ’νεν ο Κωσταντίνον.

Κανείς κανείς ’κ ελάλεσεν, κανείς ’κ επηλογέθεν,

βασιλοπούλλα λάλεσεν από ψηλόν παλάτιν.

-Αγάλα αγάλα, Κωσταντή, μη δέρνης το βουβάλιν.

-Θωρείς τη σκύλλαν την Εβράν και τ’ άνομον την κόρην,

που ελυπέθεν το θερόν, το άγρôν το βουβάλιν,

κ’ εμένα œ ελυπήθηκε τ’ άξον το παλληκάριν;

Ας σ’ όρος φέρω το νερόν κι ας σην Οράν τ’ ασβέστιν

κι ας σην Κωσταντινούπολιν φέρω το κάστρον.

Λεξιλόγιο:

Οράν = Οινόη του Πόντου

Άμαστρα = πόλη Μ. Ασίας

 

Γιαννάκος, Κωσταντής και Αλέξης.

Γιαννάκος και ο Κωσταντής κι Αλέξης αντρειωμένον,

εντάμαν τρων και πίνουνε κ’ εντάμαν ξεφαντώνουν,

εντάμαν δεν ’ν του μαύρους των σε πράσινα λιβάδâ.

Του Γιάννε τρώει το σίδερον, του Κωσταντίν’ λιθάριν

και του μικρού λαφόπουλου τα δένδρα ξεριζώνει.

Είχαν και μάνναν καλογρäν. ’Σ το δείλιν που δειλίζουν.

-Παιδä μ’, τρώτεν και πίνετεν, κ’ εμάς οι Τούρκοι πήραν,

πήραν του Γιάννε τα παιδä, του Κωσταντή την κάλην

και του μικρού λαφόπουλου την αρραβωνασμένην.

 

Χήρας υιός και ο ίππος του.

Χέρας υιός επείνασεν, θενά πουλή το μαύρον.

-Αφέντη μ’, με τ’ επείνασες, θενά πουλής και τρως με;

Πούλησον τη σαγίττα σου κι αγόρασον κριθάριν,

πούλησον το τοξάρι σου κι αγόρασον οινάριν,

βαρύν ταγίνιν τάγιξον, εξήντα δυο κότâ,

αμε κ’ έλα και κέρâ με ’ς το αργυρόν πεγάδιν,

στρώσον και καβαλλίκα με τση Πόλις το παζάριν,

εκείν’ εξέρ ’νε την τιμή μ’ και δίν ‘νε την αξία μ’.

Επούλτσεν τη σαγίταν ατ’, εγόρασεν κριθάριν,

επούλτσεν το τοξάριν ατ’, εγόρασεν οινάριν,

βαρύν ταγίν ταγίζ’ ατον, εξήντα δυο κότα,

πάει κι έρται κεράζ’ ατον ας τ’ αργυρόν πεγάδιν,

στρώνει και καβαλλ’κευ’ ατον τση  Πόλις το παζάριν.

Ο μαύρον εχλιμίτιξεν κ’ η Πόλ’ όλον εσείγεν,

εγνέφιξεν εννά καστρά και δεκοχτώ χωρία,

εγνέφιξεν τον βασιλäν με τ’ όλον το φουσάτον.

-Το τίνος έτον τ’ άλογον, το ίσον φωνήν π’ εξέγκεν;

-Χέρας υιός ε≤’ άλογον, το ίσον φωνήν π’ εξέγκεν.

-Χέρας υιγέ, ας αλλάζουμε εγώ κ’ εσύ τσοι μαύρους.

-Κάθεν μαλλίν και φουλιρίν, το μαύρο μου ’κι αλλάζω.

-Χέρας υιγέ, ας συντρέχουμε, τερούμε τσι δαβαίνει.

Τη Σάββαν σ’κούται ο βασιλάς την Κερεκήν στραϊτάτες

και τη Δευτέραν την πιρνήν εφτάν’ και κοντοφτάνει.

-Οπίσ’ οπίσ’, νε βασιλά, τσαλαπατεί σ’ ο μαύρο μ’.

-Χαρίζω σε την βασιλήν και μη τσαλαπατής με.

Λεξιλόγιο:

οίναριν = κρασάκι

εγνέφιξεν = εξύπνησε

τόϊσον = τέτοιας λογής

φουλιρίν = φλουρί

στραϊτιάτες = στρατιώτες

εξέγκε ν = έβγαλε

 

Η Μέρμηκα.

Η Μέρμηκα, η Μέρμηκα η ≤ιλιομαγεμένη,

εφόρεσεν κ’ ενέλλαξεν κ’ εξέβεν ’ς σα ρα≤ία,

επέρεν και την σπάθαν ατ’ς εις το δεξίν το χέρ’ν ατ’ς,

επέρεν τα βουνά βουνά και τα παρχαρομύτâ

και έσυρεν την σπάθαν ατ’ς, Σαρακενόν εντώκεν.

-Θεέ μου, κι αν θυμώντς εσύ, εγώ τ’ αίμαν ατ’ πίνω,

’ς την Πόλιν τρων Χριστιανούς και ’ς σο Μισίρ Ρωμαίους.

Εγώ ατόν θ’ αλίζ’ ατον και ’ς σον Μεχμέτ θα στείλω.

Πέντε υιούς μ’ εσκότωσαν και τον μικρό μ’ εφέκαν.

Εμέν, μάννα, ελάλναν’νε δεμένοι και φλιμμένοι.

Εννä χρόνους πορπάτεσεν κι’ ο μικρό μ’ σ’ άνοικ’ όρη

και εστοιχούναν’νε ατόν δράκοι και λεοντάρâ.

Τοί λέβεντους ’πεντέθανε ’ς του Ήλιου τα παρχάρâ

Κι’ όντας πήγαν ’ς τα Φράχταινα τρείοι μόνοι επέμ’ναν.

Εκεί ακούνε έναν φωνήν Αλί εμένα, μάννα.

Εκεί εύρανε τον υιό μ’ τουρκοκονταρισμένον.

Πολλά φοράς ας πέθανα ’γω ’ς σου γιου μ’ την ωλέναν,

ας σκότωναν αντίς εσέν την άχαρον τη μάννα σ’.

Λεξιλόγιο:

αλίζω = αλατίζω,

εντώνκεν = χτύπησε

παρχαρομύτια = κορυφογραμμές των βουνών

εφέκαν = άφησαν

εστιοχούνανε = περιστοίχιζαν

τρείοι = τρεις

ωλένα = αγκαλιά

 

Η κατάβαση στον Άδη.

Βάλλω την κάμα μ’ ζαρωτά και το σπαθί μ’ ’ς τα μέσα μ’

κι απάν’ ’ς το μαύρο μ’ έρχουμαι, ’ς σον πόλεμον εβγαίνω.

Επήγα κ’ ετελείωσα ’ς σ’ ελλενικόν το κάστρον,

τα πόρτας έσαν χάλκενα, τα σάγκας σιδερένα.

Χλιμίτιξεν ο μαύρο μου κι ο κάστρον όλ’ εσείγεν,

διπλά διπλά χλιμίτιξεν, τα πόρτας αθ’ ενοίγαν.

Εποίκ’ αέτσ’ κ’ ετέρεσα, γομάτον εν’ Τουρκία.

Εχτύπεσα το μαύρο μου κ’ εγώ απέσ’ εσέβα,

κ’ εσέβ’ απέσ’ κ’ ερρούξ ακει σαν άνεμος τα φύλλα,

άλλους εντώκα ’ς σο σπαθίν, άλλους χτυπώ ’ς σην κάμαν,

κι ο μαύρο μ’ ο ≤ιλάκλερον τσαλαπατεί και πάει.

Εχάλασα κι αοίκωσα κ’ ερήμωσα κ’ εξέβα.

Πουλίν έρθεν κ’ εκόνεψεν ’ς σου μαύρου μ’ τα χιτία.

Την κόρ’ τηνάν εγάπανες, την κόρ’ τηνάν εθέλ’νες,

’ς το δρόμον επεντέθ’ ατεν ’ς σον Άδ’ εί≤εν κ’ επέγ’νεν

κ’ εμέν επαρακάλεσεν Θεού παρακαλίας,

τη ≤έρας τον υιόν να λες εμέν αδά μη αφήν’με.

Επούλεσα το μαύρο μου κι όλα τα’ αρματωσίας

κ’ επέρα λιχτρομάκελλον κ’ εγώ ’ς τον Άδ’ επήγα.

Ελίχτρεψα κ’ εγρίζεψα και την αγάπη μ’ εύρα

κ’ εχάλασα κ’ επιάσα ατεν ας τα λεγνά τα μέσα.

-Άιτε, πουλί μ’ άιτε πουλί μ’, άιτε κι απόθεν έρθες,

αδά γάμος ’κι γίνεται, νυφίτσα ’κι στολίεται,

τραπέζιν ’κι τορνεύκεται, καυκίν ’κι ποτισκάται.

Λεξιλόγιο:

ζαρωτά = στραβά,

τα σάγκας = κλειδαριές

εποίκ’ αέτσ’ κι ετέρεσα = έσκυψα και είδα

εντώκα = χτύπησα,

αοίκωσα = ξεσπίτσα, ερήμωσα,

χιτία = αφτιά,

επεντέθα = απήντησα,

επέγ’νεν = πηγαίνε,

λιχτρομάκελλον = είδος δικέλας,

ελίχτρεψα = έσκαψα,

εγρίζεψα = ανέσκαψα το έδαφος

 

Βοσκός στρατάρχης.

Εγώ ’ντας έμ’ν μικρόν παιδίν, ωρίαζα τ’ αρνία,

και ’ς σα ψηλά ωρίαζα, ’ς σα χαμελά εμένα,

ο βασιλάς έτον παιδίν, εποίνεν βασιλείαν.

Ο βασιλάς εχ’ πόλεμον, ο βασιλάς σεφέριν,

ερμάτωσεν το στράτεμαν κ’ έστειλεν ’ς το σεφέριν.

Εγώ ν’ άρ’ έμ’νε ’ς σο παρχάρ’, ωρίαζα τ’ αρνία μ’,

άρ’ έρχεται ο σερασκέρτς να πάγη ’ς σο σεφέριν.

Επέρεν και τα πρόβατα μ’, επέρεν και τα’ αρνία μ’,

αρ’ έσπαξεν τα πρόβατα μ’ κ’ εμέν ασκέρ’ εποίκεν.

Να καίη ο Θος το σερασκέρ’ κι ατόν τον βασιλέαν,

τόσον ζουλούμ’ εποίκε με και τόσον αδικίαν,

αμόν ντο πάγ’ν τα δäκρâ μου να πάη κι ο βασιλέας.

Επήγαν κ’ εταγιάνεψαν και ‘ς ση καστρί’ την άκραν.

Έστειλεν κ’ εψαλάφεσεν του κάστρου τα κλειδία.

«Αν δίτεν, δίτεν τα κλειδά, κ’ αν ‘κι δίτεν, σεφέριν».

Κ’ εδώκαν τα κλειδία άθε, κ’ εδώκαν τα’ ανοιγάρâ,

ερχίνεσαν τον πόλεμον, ερχίνεσαν να κρούγ’νε.

Σαν έσπαξεν τα πρόβατα μ’, σπάγεν κι ο σερασκέρης.

Μαθάν’ ατο κι ο βασιλάς, στείλει και ψαλαφά με.

-Πόσα έσαν τα πρόβατα σ’, πόσα έσαν τα τ’ αρνία σ’;

θα δίω την παράν ατουν κι άλλο μη καταράσαι.

-Ας είν’ κουρπάν’ τα πρόβατα μ’ ’ς τ’ εσόν την βασιλείαν.

-Θα ’φτάγω σε και σερασκέρ’, θα πας και ’ς το σεφέριν.

Επήγα κ’ εταγιάνεψα ’ς τ’ ελλενικόν τον κάστρον.

Ο κάστρος έτον σίδερον με σίδερα δεμένον,

τα παραστάρâ τόντσενα, τα πόρτας σιδερένâ,

τ’ ανοιγαρίτσα ’λόχρυσα, τα κλείδâ ασημένâ,

χλιμίτιξεν ο μαύρο μου, τα πόρτας όλ’ ενοίγαν,

απέσ’ π’ έτον ο σερασκέρτς εσκώθεν ας τον ύπνον.

-Παρακαλώ, παρακαλώ, Θεού παρακαλίαν,

απόθεν είν’ τα γονικά σ’, απόθεν η πατρίδα σ’;

-Εμείς εννέ’ αδέλφâ ’μες κ’ εγώ ο δράκον δέκα,

-Εγώ εζώστα το σπαθίν, ’ς τον πόλεμον εξέβα.

-Παρακαλώ σε, σερασκέρ’, Θεού παρακαλίαν,

έπαρ’ τα’ ανοιγαρίτσα αθε, έπαρ’ και τα κλειδία,

εμέν ζωήν για χάριξον για του σπαθί’ σ’ την άφναν.

-Εσύ τ’ εμόν η αρμαγά, θα πας ’ς σον βασλιέαν.

Έφερ’ ατον ’ς σον βασιλäν δεμένον και φλιμμένον.

-Σερασκέρ’, μέγαν σερασκέρ’, μέγαν αρματωμένε.

Εσέν νισάν’ θα δίγω σε, ντο κ’ εχ’ η δωδεκάρα.

Κακόφανθεν τη σύνοδον κι όλον την δωδεκάραν,

-Ας το ραχίν ο τσόπανον ’ς σην Πόλιν έ≤’ παλάτâ

-Ας το ρα≤ίν είχα πρόβατα, ’ς την Πόλιν ευγενίαν,

’ς αην Πόλιν ζώσκουμαι σπαθίν, ’ς σην Πόλιν αρματούμαι.

Βασιλέα πολύχρονε και πολυχρονισμένε,

Πόσα καστρούς επέραν’νε τ’ εσόν οι ντουδιμάνοι;

Εκείνα παραδίγω σε, ντ’ είχες τα κασαπάδες,

φέρω σε και τους ντουσιμάν’ς δεμένους και φλιμμένους.

-Σερασκέρ’, μέγαν σερασκέρ’, μέγαν αρματωμένε,

θ’ αλλάζω τα νισάνâ σου ντο κρατούν τα καρδίας,

θ’ αλλάζω το σπαθίτσιν σου, νέα θεν’ αρματώνω,

θα στείλω σε ’ς σον πόλεμον ’ς σο φοβερόν τον κάστρον.

Έσυρα το σπαθίτσι μου, τα τόπâ ατουν αλώθαν,

να μη τα τόπâ μοναχόν και όλον το φουσάτον.

Επίασα το σερασκέρ’ του φοβερού του κάστρου.

-Παρακαλώ, παρακαλώ Θεού παρακαλίαν,

έπαρ’ τα’ ανοιγαρίτσâ αθε, έπαρ’ και τα κλειδία,

έπαρ’ και τα νισάνâ μου, εμέν ζωήν για χάρ’σον.

-Θέλω και τον αφέντη σου, π’ εδώκε σε νισάνâ,

θέλω και τον αφέντη σου κ’ εσέν ζωήν χαρίζω.

Και φλίβεται ο σερασκέρτς του φοβερού του κάστρου.

Έστειλ’ ατον τον βασιλάν δεμένον και φλιμμένον.

Λεξιλόγιο:

ωρίαζα = φύλαγα

όντας εμ’ν = όταν ήμουν

εποίγεν βασιλείαν = βασίλευε

ζουλούμ’ = ζημιά

σερασκέρτς = αρχιστράτηγος

αμόν ντο = όπως

ταγιάνεψαν = ακούμπησαν

αν δίτεν, δίτεν τα κλειδιά = αν δώσετε τα κλειδά έχει καλώς

ανοιγάρια = κλειδιά, ανιογαρίτσια = κλειδιά

κουρπάν’ = θυσία, χάρισμα

παραστάρια = παραστάδες

τόντσενα = ορειχάλκινα

άφνα = κόψη

νισάν = παράσημο

δωδεκάρα = συμβούλιο προκρίτων

ντουσιμάνοι = εχθροί

ντο κρατούν τα καρδίας = που προκαλούν φθόνο

τα τόπια των αλώθαν = τα στρατόπεδα κυριεύθηκαν

 

Ο Γιάννης και η καλή του.

Ο Γιάννες ο μονόγιαννες κι ο μοναχόν ο Γιάννες,

ο Γιάννες ετοιμάσκεται να ’φταγ’ χαράν και γάμους.

Χάρος ’ς σην πόρταν έστεκεν κι ατόναν φοβερίζει.

-Χάρε, απόθεν έρχεσαι και πας συχαρεμένος;

-Έρθα να παίρω την _υχή σ’ και πάγω χαρεμένος.

-Χάρε μ’, έλ’ ας παλεύουμε ’ς το χάλκενον τ’  αλώνιν,

αν εν’ και το νικάς μ’ εσύ, έπαρ’ την _η μ’ και δέβα,

αν εν’ και το νικείεσαι, θα κάμω ’γω τον γάμο μ’.

-Εμέν αδά που έστειλεν πας κ’ είπεν ’φα και πία;

Πας κ’ είπεν έβγα πάλεψον ’ς σο χάλκενον τ’ αλώνιν;

Εμένα αδά που έστειλεν αίκα κ’ εθυμέθεν,

μόνον εμέναν είπε με την ψην ατ’ έπαρ’ κ’ έλα.

-Παρακαλώ σε, Χάρε μου, Θεού παρακαλίνα,

έχω καιρόν να χαίρουμαι, μουράτα να πλερώνω,

εμέν ζωήν για χάρισον, ας κάμω ’γω τον γάμο μ’.

Χάρος οπίσ’ εγύρισεν, ’ς τα επουράνâ ξέβεν,

Παρακαλεί τον Ποιητήν ατόν χρόνâ να δίγη.

-Άιτε άμε πε τον κυρ’ν ατ’, θα ζη τρακόσα χρόνâ,

ας δι’ ατόναν τα εμ’σα κι ας πάγη στεφανώνη.

-Κέρδα μ’, αφέντη, κέρδα με, Χάρος να μη κερδαίν’ με,

-Υιγέ μ’, πώς να κερδαίνω σε, Χάρος να μη κερδαίν’ τσε;

-Δώσ’ μ’ ας τα χρόνα σ’ τα καλά, Χάρος να μη κερδαίν’με.

-Γω ας τα χρόνâ μ’ τα καλά ημέραν ’κι χαρίζω.

-Παρακαλώ σε, Χάρε μου, Θεού παρακαλίαν,

είπα ’το ’γω τον κύρ’ εμουν, εμέν χρόνâ ’κ εδώκεν,

εμέν ζωήν για χάρισον, ας κάμω ’γω τον γάμο μ’.

Χάρος οπίσ’ εγύρισεν, ’ς τα επουράνα ’ξέβεν,

παρακαλεί τον Ποιητήν ατόν χρόνα να δίγη.

-Άιτε άμε πε τη μάναν ατ’, θα ζη δακόσα χρόνα,

ας δι’ τα’ εμ’σα τον γιόκαν ατ’ς κι’ ας πάγη στεφανώνη.

-Γω ας τα χρόνα μ’ τα καλά τριχάριν ’κι χαρίζω.

-Παρακαλώ σε, Χάρε μου, Θεού παρακαλίαν,

είπα ’το ’γω τη μάννα μου, εμέν χρόνα ’κ εδώκεν.

Χάρος οπίσ’ εγύρισεν ’ς τα επουράνα ’ξέβεν,

παρακαλεί τον Ποιητήν ατόν χρόνα να δίγη.

-Άνε και πε την κάλην ατ’, θα ζη σεράντα χρόνα,

ας δι’ ατόναν τα εμ’σα κι ας πάγη στεφανούται.

-Κέρδα με, κάλη μ’, κέρδα με, Χάρος να μη κερδαίν’ με.

-Τα’ εμά τα χρόνα τα καλά εμέν κ’ εσέν κανείνταν.

Κάμει ο Γιάννες την χαράν, κάμ’ ο Γιάννες τον γάμον.

Λεξιλόγιο:

αν εν’ = αν ίσως

αίκα κ’ εθυμέθεν = τέτοια δε σκέφθηκε

μουράτια = επιθυμίες

εμ’σα = μισά

κόρδα =κέρδισε, σώσε

κανείνταν = επαρκούν

ουπαν = όπου

 

Ο Γιάννης και η καλή του.

Από Θεού λαλά έρθεν ο Γιάννες θ’ αποθάνη.

-Αγιώρ’, Αγιώρ’ εγλήγορέ μ’, Αγιώρ’ ανδρειωμένε μ’,

’ς σον ουρανόν θενά προφτάντς, τον Γιάννεν κι άλλα χρόνâ.

Έρθεν Αγιώρτς εγλήγορον κ’ η κυρά Παναγία,

που είχαν δώδεκα φτερά κ’ επήραν πέντε κι άλλο.

’Σ σον ουρανόν επρόφτασεν, τον Θον επαρακάλ’νεν.

γιώρ’, γιατί είσαι μωρός; μωρόν δουλείαν ντο κάνεις

τα χρόνâ’τ’ ετελείωσαν, ο Γιάννες θ’ αποθάνη.

Όποιος θέλ’ κι’ αγαπά ’τοναν, ας δί ατον ας σα χρόνâ ’τ’.

Εμπαίν’ τη μάνναν ατ’ ρωτά, εμπαίν’ καλορωτά ’τεν.

-Κέρδα με, μάννα μ’, κέρδα με, να μη κερδαίν’ με ο Χάρον.

-Υιγέ μ’, και πώς κερδαίνω σε, να μη κερδαίν’ τς’ ο Χάρον;

-Δώσ’ μ’ ας τα χρόνα σ’ τα καλά, Χάρος να μη κερδαίν’ με.

-Υιγέ μ’, δέβα ’ς σον κύρ’ εσουν, κι’ ας δι’ σε ας σα χρόνα ’τ’.

-Κέρδα με, κύρ’ιμ’, κέρδα με, να μη κερδαίν’ με ο Χάρον.

-Υιγέ μ’, δέβα ’ς σην αδελφή σ’, κι’ ας δι’ σεν ας σα χρόνâ’τς.

-Κέρδ’, αδελφή, μου, κέρδα με, να μη κερδαίν’ μ’ ο Χάρον.

-Αμ’, άδελφε, ’ς σην κάλη σου κι’ ας δι’ σεν ας σα χρόνα ’τς.

-Κέρδα με, κάλη μ’, κέρδα με, Χάρος να μην κερδαίν’ με.

-Ήλιε μ’, και πώς κερδαίνω σε, να μη κερδαίν τς’ ο Χάρον;

-Δώσ’ μ’ ας σα χρόνâ σ’ τα καλά, Χάρος να μη κερδαίν’ με.

-Τα’ εμ’σα και τα καλλέτερα, ήλιε μ’, τ’ εσά ας είναι.

Λεξιλόγιο:

μωρόν δουλείαν = μωρή πράξη

δέβα = πήγαινε

καλλέτερα = καλύτερα

εμ’ σά = μισά

εσά = δικά σου

 

Ο θηρευτής

Εγ’ όντας εμ’ν εις τα’ άνθα μου, έβγ’ ας τα γεννητά μου,

’ς σα χέρα παίρ’να τ’ άρματα, εζώσκουμ’ τα λωρίτσα,

ας τ’ όρâ τ’ άρκους έβγαλ’να, ας τα βουινά τ’ ελάφâ,

ας τα κατσιπετρώματα εβγάλ’να τα περδίκας.

Και μια νυφίτσα μοναχή, περδίκα πλουμιστέ®α,

Εχώνεσεν κ’ εκάθεσεν σε δυο λιθάρâ μέσα.

Εχώνεσα να παίρ’ ατεν, εβλάβεν το φτερούλ’ν ατ’ς,

και ξαν εκαλοχώνεσα και ξαν εκαλοβλάβεν,

εβλάβεν το φτερούλιν ατ’ς, κι λάμνει άμον τ’ άλλο,

θέλει ασήμιν άδολον, χρυσάφιν ακαμάτιν,

να κρούγω ’ς το φτερούλ’ν ατ’ς, να λάμνη άμον τ’άλλο.

Τον κόσμον όλον γύριξα, την γην διχόν εποίκα,

œ ηύρα ασήμιν άδολον, χρυσάφιν ακαμάτον,

να κρούγω ’ς το φτερούλ’ν ατ’ς να λάμνη άμον τ’ άλλο.

Ελάλεσα, ερώτεσα, κανείς œ απηλογέθεν,

βασιλοπούλλα λάλεσεν, λαλεί κι απολογάται.

-Έχω ασήμιν άδολον, χρυσάφιν ακαμάτον,

χάϊτ’ έπαρ’ χτίσον τα φτερά σ’ άμον το έσαν πρώτα.

Εντώκα ’ς το φτερούλ’ν ατ’ς και λάμνει άμον το άλλο.

Λεξιλόγιο:

έμ’ν εις τα’ άνθια μου = ήμουννέος

εβγ’ ας τα γεννητά μου = απομακρύνθηκε από το σπίτι

λωρίτσα   λουριά

άρκους = αρκούδες

κατσιπετρώματα = βραχώδη μέρη

εχώνεσεν = χώθηκε

λάμνει = κωπηλατεί

ακαμάτιν = άδολο, αγνό

κρούω = χτυπώ

 

Ο θάνατος συνοδοιπόρου.

Σεράντα δράκ’, σεράντα δράκ’, σεράντα παλληκάρα,

εχπάστανε να πάγουνε, να πάν ’ς σην ξενιτείαν.

Όρκον βαρύν επέρανε να μη άφ’σουν τ’ έναν τ’ άλλο,

αν κάποιος και αρρωστά, τον άλλον να μη αφήν’νε.

’Σ σο μεσοστράτ’ œ επρόφτασαν, ’ς σο μεσοστράτ’ œ επήγαν,

ερρώστεσεν ο Κωσταντής απάν’ ’ς σο σταυροδρόμιν.

-Κλάψον με, μάννα μ’, κλάψον με, εγώ θεν’ αποθάνω

Αν αποθάνω, θάψτε με ’ς έναν ψηλόν ρα≤όπον,

κι αν αμπερνά ο κύρης μου, ας βάλη το καντήλιν,

κι αν αμπερνά κ’ η μάννα μου, ας βάλη το ελάδιν,

κι αν αμπερνά κι ο άδελφο μ’, ας βάλη το φαλάριν,

κι αν αμπερνά κ’ η κάλη μου, ας το γεμίζη δäκρâ.

Απλών’νε το μαντήλιν ατ’ και στρών’ν απάν’ ’ς σον δρόμον,

και λυν’νε το ζωνάριν ατ’ και θέκ’νε ’ς σο κιφάλ’ν ατ’

και χων’νε το μιζτράχιν ατ’ και δεν’ν εκεί το μαύρον

και παίρν’νε το σπαθίν ατου ας σο χρυσόν θεκάριν

και κόφτουνε τον τάφον ατ’ απάν’ ’ς σο σταυροδρόμιν,

φυτεύν’ν απάν’ ’ς σον τάφον ατ’ έναν μηλιάς φυτάνιν,

απάν’ ’ς το λάδιν το κλαδίν, απάν’ καντήλ’ κρεμάν’νε.

Έρται κι ο κύρ’ς ατ’ να δαβαίν’, να βάλ’ εκεί ελάδιν,

έρται κ’ η μάννα ’τ’ να δαβαίν’, να βάλ’ εκείνε δäκρâ,

έρ’ται κ’ η κάλ’ ατ’ να δâβαίν’ κλαιμένη και φλιμμένη.

-Για σούκ’, για σούκ’, νε έταιρέ μ’, κ’ έπαρ’ κ’ εμέν εντάμαν.

Λεξιλόγιο:

φαλάριν = φελός της κανδήλας

μιζτράχ’ = ακόντιο, λόγχη

λάσιν = πυκνόφυλλο

Advertisements